Σελίδες

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Δ. Γιαννίτση ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ГРЕКО-ТУРЕЦКАЯ ВОЙНА 1919-1923 гг.Автор: к.и.н. Теодора Янници



ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1919-1923 – ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1908-1923



Ήδη από το 1908 οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να μειώσουν την επιρροή των χριστιανικών πληθυσμών στο τουρκικό κράτος και ιδιαίτερα των Ελλήνων και Αρμενίων. Η πολιτική του εκτουρκισμού και των διωγμών εντάθηκε ακόμη περισσότερο μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων. Εξαιτίας της πολιτικής αυτής απέναντι στο ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης.



Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το πρόσχημα της «στρατιωτικής ασφάλειας» των τουρκικών πόλεων, μεγάλο μέρος της Ανατολικής Θράκης, Της Δυτικής Μικράς Ασίας και του Πόντου εκτοπίζεται προς τη μικρασιατική ενδοχώρα. Εκεί, μακριά από το Πατριαρχείο και χωρίς ελληνικά σχολεία, οι Έλληνες αναγκάζονται να εκτουρκιστούν.



Ένα άλλο μέτρο εξόντωσης ήταν τα λεγόμενα «τάγματα εργασίας» (αμελέ ταμπουρού), όπου αναγκάζονταν να υπηρετούν άνδρες πάνω από 45 ετών, που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Τα «τάγματα εργασίας» βρίσκονταν στα βάθη της Μ. Ασίας και όσοι υπηρετούσαν σ΄ αυτά, δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία, στη διάνοιξη δρόμων και αλλού, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από την πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες.



Στον Πόντο οι Έλληνες αποτελούσαν το 40% του πληθυσμού (1.000.000 περίπου) και, μαζί με τον αρμενικό πληθυσμό, ήλεγχαν την οικονομική ζωή της περιοχής. Από το 1915, αντιδρώντας στην τουρκική καταπίεση, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατό. Το ίδιο έκαναν και οι Αρμένιοι. Το γεγονός αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα την ένταση της καταπίεσης εκ μέρους των Τούρκων. Το 1915 το μεγαλύτερο μέρος του αρμενικού πληθυσμού της Τουρκίας σφαγιάστηκε. Με το πέρας του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, με αρχηγό τον Κεμάλ Ατατούρκ, βρισκόταν σε έξαρση. Τώρα οι Τούρκοι προσπαθούν και επίσημα να εξοντώσουν τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου και, επιπλέον, είχαν και μια νόμιμη δικαιολογία. Το 1919 οι Πόντιοι μαζί με τους Αρμένιους και με την πρόσκαιρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης, προσπαθούν να προωθήσουν σχέδιο για τη δημιουργία ενός αυτόνομου Έλληνο-Αρμενικού κράτους στην περιοχή του Πόντου και της τουρκικής Αρμενίας. Το σχέδιο αυτό γρήγορα ματαιώθηκε, αλλά οι Τούρκοι το εκμεταλλεύτηκαν και με έκτακτα δικαστήρια θανάτωσαν πολλούς Έλληνες Πόντιους, που είχαν αναμειχθεί στην κίνηση εκείνη. Την περίοδο 1915-1922 περισσότεροι από 200.000 Έλληνες Πόντιοι χάθηκαν ή θανατώθηκαν. Παράλληλα, πολλοί Έλληνες από την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και τη Δυτική Μικρά Ασία, για να αποφύγουν τους διωγμούς, κατέφευγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη (μεταξύ άλλων, στη Νότια Ρωσία).



Με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Συνθήκη των Σεβρών (10.08.1920) έδινε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικύρωνε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που κατείχε από το 1913 και της εμπιστευόταν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης από τον κόλπο του Αδραμυττίου ως τον κόλπο της Σκάλα Νόβα, έδαφος που η Ελλάδα θα προσαρτούσε με πλήρη κυριαρχία μέσα σε πέντε χρόνια, ύστερα από ευνοϊκό δημοψήφισμα. Στη συνθήκη αυτή, όμως, δεν υπήρχε τίποτα για τη Βόρειο Ήπειρο κι η Τουρκία παραιτούνταν για χάρη της Ιταλίας από τα δικαιώματά της στα Δωδεκάνησα. Η ιταλο-ελληνική συμφωνία της 29ης Ιουλίου 1919, που επιχειρούσε να διευθετήσει αυτά τα τελευταία ζητήματα, είχε χαρακτήρα αόριστο. Ως προς την Κύπρο, η συνθήκη των Σεβρών επικύρωνε την προσάρτησή της στην Αγγλία.



Η πραγματοποίηση της συνθήκης των Σεβρών σήμαινε για την Ελλάδα τη συνέχιση του πολέμου κατά της Τουρκίας. Πραγματικά, ο Μουσταφά Κεμάλ είχε από τον Ιούνιο του 1919 καταδικάσει την αυτοκρατορική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και είχε κηρύξει την Εθνική Επανάσταση, που σαν κύριο σκοπό της έδινε τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της νέας εθνικής Τουρκίας. Η Μεγάλη Συνέλευση της Άγκυρας (συγκλήθηκε στις 23 Απριλίου 1920) και η πρώτη κυβέρνηση (σχηματίστηκε στις 3 Μαΐου 1920) απέρριπτε τη Συνθήκη των Σεβρών. Η Ελλάδα έπρεπε έτσι να κατανικήσει την κεμαλική αντίσταση για να επιβάλει τη συνθήκη και γι΄αυτή την υπόθεση ο Βενιζέλος δεν είχε παρά την υποστήριξη της Αγγλίας. Η αποβίβαση, με τη συμμαχική συγκατάθεση, των ελληνικών στρατευμάτων στην Ιωνία (15 Μαΐου 1919) προκάλεσε απ΄ την αρχή ορισμένη αντίδραση στο Ανώτατο Συμβούλιο της Διάσκεψης της Ειρήνης. Η ιταλογγαλική αντίδραση εκδηλώθηκε σαφέστερα όταν τα ελληνικά στρατεύματα πέτυχαν την άδεια να βγουν από τη ζώνη της Σμύρνης για να χτυπήσουν τον Κεμάλ και να καταλάβουν την Άγκυρα. Σχεδόν ταυτόχρονα (22 Ιουλίου 1920) η Ιταλία κατήγγειλε την ελληνοϊταλική συνθήκη της 29ης Ιουλίου 1919 και υπέγραψε με την Αλβανία τη συμφωνία της 2 Αυγούστου 1920, που αναγνώριζε την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της τελευταίας, ενώ η Γαλλία είχε κιόλας υπογράψει στην Άγκυρα την ανακωχή της 20ης Μαΐου 1920, που τερμάτιζε τις εχθροπραξίες στην Κιλικία. Έτσι ο Κεμάλ, στηριγμένος, επίσης, ηθικά και υλικά από τα Σοβιέτ (Συμφωνία Αυγούστου 1920), μπορούσε να παρουσιάσει την αντίστασή του ως πόλεμο για την ανεξαρτησία του Τουρκίας εναντίον μιας ελληνικής εκστρατείας, που έπαιρνε τη μορφή κατακτητικού πολέμου. Η εκστρατεία, ήδη πολύ αβέβαιη, έγινε μετά τις ελληνικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, τυχοδιωκτική περιπέτεια, που οδήγησε στην τραγική «έξοδο» του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Παρά τις διπλωματικές επιτυχίες του Βενιζέλου, που φαινόταν να πραγματοποιεί τη «Μεγάλη Ιδέα», η θέση των βασιλοφρόνων δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Η δημοτικότητα του βασιλικά Κωνσταντίνου και τα καταπιεστικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση κατά των αντιπάλων της, οι υπερβολές που διαπράχθηκαν και από τα δύο μέρη και, κυρίως, η δραστήρια προπαγάνδα, που, παρουσιάζοντας ανάγλυφες και τις παραμικρές αδυναμίες της εθνικής πολιτικής του Βενιζέλου, κήρυττε την εγκατάλειψη της εκστρατείας και την ειρήνη, όλα αυτά αποδυναμώνουν και ελαττώνουν το βενιζελικό ρεύμα. Ο ελληνικός λαός, κουρασμένος, με τους συνεχείς πολέμους από το 1912, που εμφανίζονται ως αιτία για την καθυστέρηση της ανοικοδόμησης της χώρας και των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αποδέχθηκε εύκολα την ειρηνιστική προπαγάνδα και ψήφισε κατά του Βενιζέλου. Οι βασιλόφρονες ξαναπήραν την εξουσία και με δημοψήφισμα αποκατέστησαν το βασιλιά Κωνσταντίνο στο θρόνο, γεγονός που χρησίμευσε ως πρόσχημα στην Entente για να εγκαταλείψει ανοιχτά την Ελλάδα. Η Αγγλία δεν είχε καμμία εμπιστοσύνη στα φιλογερμανικά κόμματα και στο βασιλιά για να συνεχίσει, όπως πρώτα, την υποστήριξή της, ενώ η Γαλλία «ερωτοτροπούσε» με το κίνημα του Κεμάλ για να αντισταθμίζει την αγγλική επιρροή στην Ανατολή. Έτσι η νέα κυβέρνηση Γούναρη, που, παρά το φιλειρηνικό της πρόγραμμα πριν από τις εκλογές, συνέχιζε τον πόλεμο, βρέθηκε σε πλήρη πολιτική απομόνωση και οικονομικό αποκλεισμό της Entente, που της έκοβε δανειοδότηση, για την οποία είχε δώσει τη συγκατάθεσή της στην προηγούμενη κυβέρνηση.



Εντούτοις ο ελληνικός στρατός μαχόταν πάντα στην Ασία, αναγκάζοντας τον τουρκικό, που έδειχνε πεισματική αντίσταση υπερασπιζόμενος το τουρκικό έδαφος, σε υποχώρηση. Η ελληνική επίθεση εξαντλήθηκε στη μάχη του Σαγγάριου (άρχισε στις 23 Αυγούστου1921) και από τη στιγμή αυτή ο ελληνικός στρατός αρχίζει να υποχωρεί.



Τον Αύγουστο του 1922 ο τουρκικός στρατός διασπά τις ελληνικές γραμμές, μπαίνει στη Σμύρνη (9 Σεπτεμβρίου 1922), την πυρπολεί και σφάζει τους κατοίκους της μπροστά στα απαθή βλέμματα των ξένων στρατιωτών, Γάλλων, ΄Αγγλων, Αμερικανών και Ιταλών. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγεται και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, που δε θέλησε να εγκαταλείψει τη Σμύρνη και τον ελληνικό πληθυσμό. Όσοι από τους κατοίκους δε σκοτώθηκαν ή δεν πρόλαβαν να αναχωρήσουν με πλοία, αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι εξοντώθηκαν από την πείνα και τις κακουχίες.



Στις 18 Σεπτεμβρίου 1922 η Μικρά Ασία εγκαταλείπεται ολοκληρωτικά από τα ελληνικά στρατεύματα. Η Αγγλία φάνηκε έτοιμη να δράσει κατά του Κεμάλ, αλλά με την επέμβαση της Γαλλίας, που είχε κλείσει συμφωνία με την κεμαλική κυβέρνηση (ήδη από τον Ιούνιο του 1921), υπογράφεται η ανακωχή στα Μουδανιά (11 Οκτωβρίου 1922). Στο σύνδεσμο των βενιζελικών αξιωματικών δινόταν ευκαιρία δράσης. Μια εξέγερση, οδηγημένη από το στρατηγό Πλαστήρα, τους έφερε στην εξουσία. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εγκατέλειψε πάλι τη χώρα. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923) η Ελλάδα εγκατέλειπε οριστικά τη Μικρά Ασία. Στη Θράκη ο ποταμός Έβρος ορίστηκε ως σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Τα Δωδεκάνησα έμειναν στην Ιταλία και η Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία. Ο ιταλικός ιμπεριαλισμός, για να τρομοκρατήσει την ηττημένη Ελλάδα, δεν δίστασε να βομβαρδίσει την Κέρκυρα.



Κείμενο, επιλογή υλικού – Δώρα Γιαννίτση

















ГРЕКО-ТУРЕЦКАЯ ВОЙНА 1919-1923 гг. – МАЛОАЗИЙСКАЯ КАТАСТРОФА

ИСТОРИЧЕСКАЯ СПРАВКА ПЕРИОДА 1908-1923 гг.





Рубеж 19 и 20 вв. ознаменовался экономическим расцветом эллинизма Малой Азии, ростом торговли, предпринимательства и просветительской деятельности (сооружение православных церквей, открытие греческих школ). Результатом этого стало компактное проживание греческого населения в определенных городах и населенных пунктах, таких как Измир (турки его называли Γκιαουρισμίρ, т.е. город иноверных, неверующих).



В 1912 г. население Османской империи составляло 10.239.689 человек, из них 19,35% были греками (1.982.376).



Началом испытаний для греческого населения стала Младотурецкая революция 1908 г., с которой связано распространение национализма, предусматривающего модернизацию страны путем мусульманизации национальных меньшинств или путем их устранения. И крупнейшим из меньшинств было греческое. В сентябре 1911 г. на конференции младотурков в Салониках открыто обсуждалась перспектива насильственного устранения с турецких земель всех греков.



Первая Балканская война 1912-1913 гг., окончившаяся поражением Турции и утратой ею части территорий, временно спасла ситуацию. Но в результате войны Греция поверила в то, что она в состоянии освободить все греческое население от турецкого ига, а Турция, в свою очередь, осознала, что ей необходимо избавиться от греческого населения, проживавшего на ее территории.



Таким образом, накануне Первой мировой войны как греческий, так и турецкий национализм достигают своего пика. После территориальных приобретений, сделанных по итогам балканских войн, греки всерьез стали рассматривать возможность воссоздания Византийской империи, что, как оказалось позже, было утопией, а турки организовали переезд турецкого населения из теперь уже греческой Македонии в Восточную Фракию и представили его как насильственное переселение. В ответ турецкое правительство насильственно переселило 86 тыс. греков из Восточной Фракии и Западного побережья Малой Азии (первая волна беженцев).



Во время Первой мировой войны наметилось дальнейшее ужесточение политики турецкого режима в адрес греческого населения. Закрываются греческие школы, вводится обязательное изучение турецкого языка, а также насильственный призыв в армию греческого мужского населения до 44 лет и в трудовые лагеря мужчин старше 45 лет. По сути это был принудительный рабский труд: поскольку греческое мужское население работало в нечеловеческих условиях (строительные и сельскохозяйственные работы, работа на рудниках и пр.), большое количество греков погибло. При этом продолжилось насильственное переселение греков из Восточной Фракии, Западного побережья Малой Азии и Понта, что ознаменовало вторую волну беженцев, составившую примерно 500 тыс.



Первая мировая война стала началом конца многовековой истории эллинизма Малой Азии. Именно тогда в Малой Азии произошло два события, которые и определили дальнейший ход истории. С одной стороны, турки осознали опасность распада своей страны, что привело к развертыванию их националистического движения под предводительством Мустафы Кемаля, с другой стороны, в начале 1919 г. греческая армия высадилась в городе Смирна и заняла внутреннюю часть Турции.



Греческая оккупационная армия действовала в соответствии с решением стран-победительниц в Первой мировой войне, которые (в первую очередь, Великобритания), были заинтересованы в распаде Турции. По Севрскому договору (10 августа 1920 года), который Турция подписала под давлением великих держав, греческие национальные требования были удовлетворены. Вступление греческой армии в Смирну привело к всеобщей эйфории и ликованию как среди греков Малой Азии, так и в самой Греции.



Но вскоре ситуация стала накаляться. Национальное движение Кемаля набирало все большую силу и к концу 1920 года Турция развернула контрнаступление, разрушая населенные пункты с греческим населением. Перед реальной угрозой истребления малоазийских греков, в начале апреля 1921 года греческий парламент ратифицировал решение правительства о всеобщем наступлении греческой армии на отряды Кемаля.



В течение лета 1921 года греческая армия заняла внутреннюю часть Малой Азии (линия Εσκί Σεχίρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ), на которой продержалась целый год. За это время турецкая армия Кемаля восстанавливала свои силы при полной поддержке турецкого населения, добиваясь серьезных побед на дипломатическом поприще. В феврале 1921 года Кемаль подписал Договор о дружбе и сотрудничестве с Советским Союзом, а также Соглашение о мире и экономическом сотрудничестве с Францией и Италией. При этом Франция снабдила Кемаля боеприпасами, в обмен на экономические выгоды, а также отдала ему район Киликии, ранее контролировавшийся французскими войсками.



В это время в рядах греческой армии, находившейся в Малой Азии, растет усталость, одновременно ухудшаются позиции Греции на международной арене. Кемаль, воспользовавшись благоприятным моментом, начал подготовку к наступлению на ряды греческой армии. Оно началось в августе 1922 г. на линии Κιουτάχειας – Αφιόν Καραχισάρ, было грамотно спланировано и в основном сражении (14/27 августа 1922 г.) морально уставшая греческая армия, потерпев поражение, покинула занятые позиции. За отступлением армии последовало бегство греческого населения. Неслучайно в адрес этих событий применяется библейское слово бегство.







Автор: к.и.н. Теодора Янници