Σελίδες

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Κύπρος

 


ΚΥΠΡΟΣ 9η ΙΟΥΛΙΟΥ 1821


Η ιστορία των Ελλήνων της Κύπρου, , ακολούθησε σχεδόν παράλληλη πορεία ιστορικά με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. 


Έτσι η τουρκοκρατία στην Κύπρο έγινε με μια καθυστέρηση περίπου 100 χρόνων, το 1571. Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας και πρίν την επανάσταση του 1821, οι έλληνες της Κύπρου έκαναν αρκετές προσπάθειες να ξεφύγουν από τα χέρια του βάρβαρου Οθωμανού χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Διάφορα επαναστατικά κινήματα και προσφυγές στη χριστιανική Δύση έγιναν από το 1578, το 1589, το 1604,το 1606, το 1607, μέχρι τον αποκεφαλισμό του Δραγομάνου Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου στην Κωνσταντινούπολη το 1804. Όλες, όμως, χωρίς αποτέλεσμα. Ο ελληνισμός του νησιού στέναζε κάτω από το σπαθί του τούρκου κατακτητή όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα. Η εκκλησία της Κύπρου και ιδιαίτερα τα μοναστήρια είχαν πρωτεύοντα, σχεδόν μοναδικό ρόλο, στην διατήρηση του ελληνισμού κρατώντας τη «φλόγα αναμμένη» να μην χαθεί η ελληνικότητα του πληθυσμού, η γλώσσα και η γραφή. Ιδρύουν την πρώτη Ελληνική Σχολή στη Λάρνακα, το 1733 μέχρι τη δημιουργία δικτύου σχολείων το 1830 και στα 1788 ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός γράφει την «Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου» που θεωρείται το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό σύγγραμμα.

Από τις πρώτες κιόλας προεπαναστατικές ενέργειες που γίνονται βρίσκουμε έλληνες της Κύπρου να συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια για τον ξεσηκωμό του γένους. Ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από την Λευκωσία, υπήρξε συνοδοιπόρος και συναγωνιστής του Ρήγα Φερραίου και εκτελέστηκε μαζί του από τους Τούρκους, στο Βελιγράδι, τον Ιούνιο του 1798.

Αέρας ελευθερίας άρχισε να φυσά στην Ελλάδα και οδήγησε το 1814 στο σχηματισμό της Φιλικής Εταιρείας από μια μικρή και αποφασισμένη ομάδα ελλήνων που έταξαν σκοπό της ζωής τους να αποτινάξουν τον Οθωμανικό ζυγό. Η Κύπρος ως ελληνικό νησί δεν έμεινε έξω από τον σχεδιασμό των Φιλικών και την προετοιμασία του αγώνα, προσβλέποντας σε βοήθεια υλική και ηθική. Στο τιμόνι της εκκλησίας της Κύπρου βρισκόταν την περίοδο εκείνη ένας φλογερός ιεράρχης ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Ο Κυπριανός είχε γεννηθεί στον Στρόβολο της Λευκωσίας το 1756 και το 1784 βρέθηκε στη Μολδοβλαχία για την οικονομική ενίσχυση του Μοναστηριού του Μαχαιρά. Χειροτονήθηκε ιερέας και σπούδασε θεολογία και φιλολογία στην ελληνική σχολή του Ιασίου. Στην Μολδοβλαχία έζησε τις πρώτες ζυμώσεις για το μέλλον του έθνους από τους Υψηλάντηδες, τον θούριο και τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα. Επέστρεψε στην Κύπρο και το 1802 και έγινε οικονόμος του Αρχιεπισκοπικού θρόνου. Μετά την επαναστατική προσπάθεια του 1804 και τον αποκεφαλισμό του Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου, το νησί δεν είχε κάποιον ισχυρό άνδρα για να κρατά τις επαφές με την Πύλη. Αυτό τον ρόλο θα αρχίσει να παίζει κοντά στον γηράσκοντα Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, ο Κυπριανός, που θα τον διαδεχθεί στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο το 1810. Ο Θρησκευτικός ηγέτης των ελλήνων της Κύπρου έπαιζε το ρόλο του εθνάρχη για εκατοντάδες χρόνια με τεράστιες ευθύνες και υποχρεώσεις για την επιβίωση του ελληνισμού εκεί στην εσχατιά της Μεσογείου. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γρήγορα έδειξε το εκτόπισμά του και την αγάπη στο ποίμνιό του πράγμα που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους τούρκους αφού η πρώτη του ενέργεια ήταν η ίδρυση το 1812 του Ελληνομουσείου, το γνωστό Παγκύπριο Γυμνάσιο.

Από την πρώτη στιγμή της δραστηριότητας της φιλικής εταιρείας πολλοί διαπρεπείς Κύπριοι, τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, μυούνται στα επαναστατικά σχέδια των Φιλικών. Την αποστολή μύησης του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, των ιεραρχών και των προκρίτων της Κύπρου ανέλαβε ο μετσοβίτης γιατρός Δημήτριος Ύπατρος, από τους σημαντικότερους αποστόλους της Φιλικής. Καρποφόρο ήταν το πέρασμά του από το νησί το 1819, όπως φαίνεται από το Άρθρο 15 του Γενικού Σχεδίου της Φιλικής Εταιρείας, που συντάχθηκε στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας με την παρουσία του Κύπριου φιλικού Χαράλαμπου Μάλη, ο οποίος είχε αργότερα μεγάλη δράση στην επαναστατημένη Ελλάδα. Σε εφαρμογή των προνομοίων του Σχεδίου, μετά τη μεγάλη σύσκεψη των φιλικών, στις αρχές του Οκτώβρη του 1820, θα σταλεί στην Κύπρο ο

Γορτύνιος Φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας μεταφέροντας επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, με την οποία του γνωστοποιούσε με χαρακτηριστική συνθηματική γλώσσα, ότι πλησίαζε η έναρξη της επανάστασης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε δεί τις δυσκολίες που υπήρχαν στο να ξεσηκωθεί τον νησί απέναντι στους τούρκους και λόγω της στρατιωτικής τους παρουσίας αλλά και των αποστάσεων απο την Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας απ΄όπου οι τούρκοι μπορούσαν εύκολα να ανεφοδιαστούν σε στρατό και όπλα. Έτσι αυτό που μπορούσε να υποσχεθεί ήταν οικονομική βοήθεια και αποστολή εθελοντών στην Ελλάδα ή όπου αλλού ευδοκιμούσε η επανάσταση. Ομάδα Κυπρίων Φιλικών βρέθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και ενίσχυσε τις επαναστατικές δυνάμεις του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Την 25 Μαρτίου 1821, στην Αγία Λαύρα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, κήρυξε την επανάσταση κατά των τούρκων και ο αγώνας για την πολυπόθητη λευτεριά έπαιρνε σάρκα και οστά. Στη Κύπρο, σαν ξέσπασε η επανάσταση στην Ελλάδα, διοικητής ήταν ο Κουτσιούκ Μεχμέτ ο οποίος θεώρησε κατάλληλη την ευκαιρία, μετά απο διαταγή της Πύλης, να περιορίσει τις εξουσίες του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, αφοπλίζοντας όλους τους χριστιανούς. Ο Σουλτάνος δεν ήθελε να γίνουν διώξεις παρόλα αυτά όμως ο Κουτσιούκ Μεχμέτ είχε άλλα στο μυαλό του. Συγκέντρωσε ότι αιχμηρό αντικείμενο υπήρχε και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο, ακόμη και τα μαχαίρια από τους χασάπηδες έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να αντισταθεί την ώρα της κρίσης. Ο ανταγωνισμός με την ισχυρή προσωπικότητα του Κυπριανού και οι νίκες στην Ελλάδα είχαν προδιαγράψει το μέλλον του ελληνισμού στο νησί. Ο αφοπλισμός των Ελλήνων της Κύπρου ολοκληρώθηκε στις 23 Απριλίου 1821 και σύμφωνα με τον Ν. Λανίτη(Ελληνική Κύπρος τευχ 63) οι χριστιανοί «αφοπλίσθησαν κατόπιν υποσχέσεων ότι δεν είχαν να φοβηθώσιν». Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ όμως προχωρούσε στα σχέδιά του ενώ έφθαναν σε βοήθειά του στις 3 Μαίου, 4000 στρατιώτες από την Αίγυπτο οι οποίοι άρχισαν αμέσως να δημιουργούν προβλήματα στο νησί.

Πολλοί έλληνες της Κύπρου, αμέσως με το ξέσπασμα της επανάστασης, προσπάθησαν με κάθε μέσο να πάνε στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στον αγώνα και με την βοήθεια ελληνικών πλοίων που δρούσαν στα κυπριακά παράλια. Εδώ είναι και η απαρχή του κυπριακού εθελοντισμού που θα είναι συνεχής σε κάθε αγώνα για την εθνική ολοκλήρωση, έως τον επικό αγώνα της ΕΟΚΑ, με μοναδικό στόχο να έλθει και η σειρά της Κύπρου να ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό. Στις 19 Ιουνίου 1821 φημολογείται, ότι στον όρμο Ασπρόβρυσης, μεταξύ Καραβά και Λαπήθου έφτασε ο πυρπολητής Κανάρης. Συναντήθηκε με προκρίτους της περιοχής απ΄όπου παρέλαβε τρόφιμα και χρήματα για την επανάσταση και διερεύνησε αν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες κάτι να γίνει και στη Κύπρο. Φεύγοντας τον ακολούθησαν πολλοί Κύπριοι που ήθελαν να πάνε να πολεμήσουν στην Ρούμελη και στον Μωρία αλλά και να γλιτώσουν από το σπαθί του τούρκου μια και οι εκτελέσεις είχαν γίνει καθημερινότητα στην Κύπρο. Ο Κωνσταντίνος Κυπριώτης και ο γιός του Γιώργος υπηρέτησαν κάτω από τις διαταγές του μεγάλου μπουρλοτιέρη. Η κατάσταση στην Κύπρο πήγαινε από το κακό στο χειρότερο καθώς στην Ελλάδα συνεχιζόταν η ελληνική επανάσταση. Παρόλο που η διαταγή του Σουλτάνου δεν άφηνε περιθώρια για διωγμούς ο Οθωμανικός στρατός ενεργούσε ασύδοτα τρομοκρατώντας και σκορπώντας το θάνατο χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Ο Τούρκος διοικητής προσπάθησε να πείσει το σουλτάνο ότι Έλληνες ετοιμάζουν επανάσταση , στο νησί, και ζητούσε την εκτέλεση 500 περίπου Κυπρίων. Ο σουλτάνος οργισμένος από τις επιτυχίες της επανάστασης στην Ελλάδα έδωσε την έγκρισή του. Ο Κουτσιούκ Μεχμέτ έχοντας στα χέρια του τον κατάλογο με τις προγραφές κατάφερε μα δολιότητα να μαζέψει τα θύματά του στην πρωτεύουσα. Ο Χριστιανικός πληθυσμός ζώντας τις τραγικές στιγμές της κορύφωσης του δράματος είχε ως μοναδικό του στήριγμα τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Η ώρα του μεγάλου Ιεράρχη έφτασε και την αντιμετώπισε με θάρρος και εγκαρτέρηση. Το Σάββατο 9 Ιουλίου 1821 ο Κουτσιούκ Μεχμέτ κάλεσε όλους τους Έλληνες επισήμους στο σεράι και τους διάβασε το φιρμάνι της καταδίκης τους. Πρώτος απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έξω από το σεράι και ακολούθησαν οι εκτελέσεις των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελέτιου, Κερύνειας Λαυρέντιου και ακολούθησε η σφαγή των ηγούμενων και των κληρικών. Η σφαγή συνεχίστηκε για δυο περίπου μήνες , με λεηλασίες μοναστηριών, εκκλησιών και πλούσιων κατοικιών για την αρπαγή της περιουσίας. Εκκλησίες και Μοναστήρια απογυμνώθηκαν από οτιδήποτε είχε αξία, ενώ κτηματικές περιουσίες δημεύθηκαν. Οι σφαγές καταγράφηκαν στα συγκλονιστικότερα γεγονότα της επανάστασης. Αργότερα ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης θα αποτυπώσει τις τραγικές στιγμές στο επικό ποίημά του με τίτλο : «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» : Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη κανένας, γιατί σιέπει την που τα 'ψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν, κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια, αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια. Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται, μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.[

Η καταστροφή υπήρξε τεράστια για τα δεδομένα του τόπου μένοντας χωρίς θρησκευτική και πολιτική ηγεσία να μεριμνήσει για τον λαό που σφάδαζε από το αίμα και τον φόβο. Έτσι η Κύπρος γινόταν ολοκαύτωμα πλάι στα Ψαρά, στο Μεσολόγγι, στην, Χίο, στην Κώ για τον αγώνα της ελευθερίας επιβεβαιώνοντας το ανεξάλειπτον της ελληνικότητάς του. Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του Κηπιάδη στο βιβλίο : «Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρο τραγικών σκηνών» (Αλεξάνδρεια 1888), αλλά και των ξένων προξένων στη Λάρνακα, που αρκετοί βοήθησαν τους κατατρεγμένους Κύπριους κρύβοντάς τους ή βοηθώντας τους να φύγουν έξω από το νησί. Μετά τις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821 οι Κύπριοι έφυγαν κατά εκατοντάδες στο εξωτερικό(Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία) αλλά κυρίως στην επαναστατημένη Ελλάδα και εντάχθηκαν αμέσως στον αγώνα για την ελευθερία. Για το σύνολο των Κυπρίων εθελοντών-αγωνιστών του 1821, γράφει ο Πέτρος Παπαπολυβίου(Οι αγώνες πρίν τον αγώνα του 1955 Λευκωσία 2013) δεν μπορούμε να αποφανθούμε με απόλυτη βεβαιότητα. Οι μετριότεροι υπολογισμοί τους καταμετρούν σε τέσσερις έως έξι εκατοντάδες, χωρίς να αποκλείεται να πλησιάζουν τους χίλιους. Κύπριοι αγωνιστές εντοπίζονται σε διάφορες μάχες και περιόδους της επανάστασης. Στο Μεσολλόγι οι Παφίτες Γιάννης Πασαπόρτης, Χριστόδουλος Κοκκινόφτας και Νικόλαος Χατζησάββας, ο Ζήνων Αγγελή με τον Γιωργάκη Ολύμπιο, οι αδελφοί Θησείς, ο Θεοχάρης Χατζηηλία παππούς του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο Μητροπολίτης Νικομηδείας Αθανάσιος Καρύδης που μαρτύρησε με τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, ο Μιχάλης Κυπραίος σύντροφος του Μακρυγιάννη, ο Ιωάννης Φραγκούδης, ο Ιωάννης Σταυρινός δίπλα στον Καραισκάκη, είναι λίγα από τα εκατοντάδες ονόματα εθελοντών-αγωνιστών από την Κύπρο στη ελληνική επανάσταση του 1821. Στους Κύπριους που πολέμησαν με την Ιόνιο Φάλαγγα του Καρόγλου φαίνεται να ανήκει και η σημαία που υπάρχει στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, με την ανορθόγραφη επιγραφή πάνω αριστερά : ΣΗΜΕΑ ΕΛΛΗΝΗΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. Αρκετοί από τους φυγάδες μετά τις σφαγές βρέθηκαν, όπως είπαμε, στην Ευρώπη. Μια ομάδα προκρίτων και κληρικών στις 6 Δεκεμβρίου του 1821, , υπογράφει και την ΠΡΩΤΗ ΕΝΩΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ, απευθύνοντας έκκληση στον πολιτισμένο κόσμο για την απελευθέρωση της Κύπρου.