Σελίδες

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

Άρμεν Κούπτσιος

 



Ο Άρμεν  Κούπτσιος γεννήθηκε στον Βώλακα της Δράμας το 1885. Γνωρίστηκε με τον Έλληνα Μακεδονομάχο Καπετάν-Νταή, όταν εκείνος ως δάσκαλος στην Πρωσοτσάνη Δράμας, μυστικά οργάνωνε τον αγώνα στη Δράμα. Σε αυτόν αποκάλυψε ο Άρμεν τη θέλησή του να αγωνιστεί έως θανάτου για την πατρίδα. 



Ο Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Δράμας και αργότερα Σμύρνης Χρυσοστόμου, Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, στο «Μακεδονικόν Ήμερολόγιον» του 1965, καταθέτει την εξής μαρτυρία: «Ή Οργάνωσις πού εμυούσε τούς Έλληνας ήταν εντελώς μυστική. Τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο προσπαθούσαμε να τον κρατούμε μακρυά από τον κίνδυνο. Αποφεύγαμε να τον ανακατεύωμε φαινομενικά στην Οργάνωση. Θέλαμε να τον προφυλάξωμε από τον κίνδυνο, πού τον οδηγούσεν ό ορμητικός χαρακτήρας του και ό φλογερός πατριωτισμός του. Γενικός αρχηγός στην Οργάνωση ήταν ό Ίων Δραγούμης. Την πρωτοβουλία στην ορκωμοσία των μυουμένων στη Δράμα την είχα εγώ. Εγώ ήμουν πού ώρκισα τον Άρμεν και τον πατέρα του από τον Βώλακα, καθώς και τον Βαλαβάνη από την Πλεύνα. Τούς δίναμε και όπλα». Ο Άρμεν έγινε ένας από τούς πλέον έμπιστους ανθρώπους του Χρυσοστόμου και εντάχθηκε στα ανταρτικά σώματα που επιχειρούσαν στην περιοχή τής Δράμας. Με τις αντάρτικες ομάδες τους οι μακεδονομάχοι της Δράμας ήρθαν πολλές φορές σε σύγκρουση με τις πολυμελείς και καλά εξοπλισμένες ομάδες των κομιτατζήδων, στις όποιες επέφεραν σημαντικές απώλειες. 

Ό θάνατος του Άρμεν συνδέεται με τον ερχομό του Βούλγαρου αρχικομιτατζή Πλάτσεφ στη Δράμα, τον Ιούνιο του 1905. Τον απέστειλε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να οργανώσει την εκτέλεση Ελλήνων προκρίτων και αγωνιστών πού δημιουργούσαν προβλήματα στο βουλγαρικό καθεστώς. Δόθηκε εντολή στον Άρμεν και την ομάδα του να τον εξοντώσει. Ό Άρμεν με τον Νάκο Βογιατζή και τον Πέτρο Μάντζα του έστησαν ενέδρα στη θέση Τσομπάνκα, στη σημερινή Λαυρεντιανή Μονή. Ό Πλάτσεφ έπεσε στή παγίδα και ό Άρμεν του ζήτησε να αφήσει το όπλο του και να παραδοθεί. Εκείνος όμως τον πυροβόλησε και ό Άρμεν ανταπέδωσε την επίθεση. Πυροβολώντας ό Άρμεν, άφησε τον Πλάτσεφ νεκρό. Στους πυροβολισμούς έσπευσαν έφιπποι Τούρκοι αστυνομικοί και ό τουρκαλβανός επιστάτης από τον Καλό Αγρό Δράμας. Ό Άρμεν φρόντισε πυροβολώντας να αποσπάσει την προσοχή των Τούρκων, ώστε να μπορέσουν να ξεφύγουν οι σύντροφοι του, οι όποιοι και τελικά κατάφεραν να διαφύγουν. Και βλέπουμε και εδώ ξεκάθαρα την παλικαριά και το μεγαλείο αυτού του παιδιού, πού προτίμησε να θυσιαστεί ό ίδιος για να σωθούν οι σύντροφοι του. Ό Άρμεν θα μπορούσε να συγκρουστεί με τους Τούρκους πού τον κατεδίωκαν. Δεν πυροβόλησε όμως κανέναν από αυτούς, για να μη δημιουργήσει προβλήματα στον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, τον όποιο οι Τούρκοι θεωρούσαν υπεύθυνο και ταλαιπωρούσαν αφάνταστα για το θάνατο κάθε στρατιώτη τους. Η Δράμα συγκλονίστηκε, όταν μαθεύτηκε το νέο, γιατί ό Άρμεν ήταν παντού γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός. Έγιναν πολλές ενέργειες για την απελευθέρωση του από τον Χρυσόστομο και από άλλους πολλούς Δραμινούς, άλλα μάταια. Στην ανάκριση ό Άρμεν βασανίστηκε για να αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα. Καθώς δεν αποκάλυπτε τίποτα οι Τούρκοι τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, για να δικαστεί. Το ειδικό τουρκικό Στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Άρμεν επέστρεψε και πάλι στη Δράμα για να επισφραγίσει την μικρή αλλά ένδοξη και τίμια ζωή του με τον μαρτυρικό του θάνατο. Ο Χρυσόστομος και το Ελληνικό Κέντρο, σε μία ύστατη προσπάθεια, οργάνωσαν σχέδιο αποδράσεως του Άρμεν. Το σχέδιο προέβλεπε άνδρες της Οργανώσεως, ένοπλοι και κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, να επιτεθούν εναντίον της φρουράς πού θα μετέφερε τον Άρμεν στον τόπο του απαγχονισμού και να τον ελευθερώσουν. Ωστόσο το σχέδιο προδόθηκε στους Τούρκους, οι οποίοι άλλαξαν το δρομολόγιο και την ώρα της εκτέλεσης.Στις 14 Σεπτεμβρίου 1905 ο εικοσάχρονος Άρμεν Κούπτσιος οδηγήθηκε από τους Τούρκους στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, όπου και εκτελέστηκε με απαγχονισμό. Ο πατέρας του Άρμεν παρακολούθησε τη σκηνή της εκτέλεσης. Βρήκε παρηγοριά στον μαρτυρικό Μητροπολίτη Χρυσόστομο, πού με δάκρυα τον υποδέχθηκε στη Μητρόπολη. Εκεί πατέρας φέρεται να λέει στον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο: «Δεν κλαίω πού έχασα το παιδί μου, κλαίω πού εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρο σου». Ήταν και ο πατέρας του Άρμεν δοσμένος στον αγώνα. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι ξανάρθαν στη Δράμα ως κατοχικός στρατός (Β' Βουλγαρική Κατοχή), συνέλαβαν τον πατέρα του Άρμεν και αφού τον βασάνισαν για μήνες, αν και ήταν ήδη μεγάλος στην ηλικία, τον έριξαν μέσα σε ένα ξεροπήγαδο έξω από την Δράμα, οπού και πέθανε. Τότε κόψανε και τον μεγάλο πλάτανο της πλατείας, για να μην υπάρχει τίποτα πού να θυμίζει στους Δραμινούς την θυσία του νεώτερου στην ηλικία Έλληνα Μακεδονομάχου που μαρτύρησε. Αργότερα, μετά την Απελευθέρωση, στον τόπο τη θυσίας στην πλατεία ανεγέρθηκε η προτομή του Άρμεν Κούπτσιου και δίπλα φυτεύτηκε εκ νέου ένας πλάτανος σε ανάμνηση του μαρτυρίου του.


Πηγές : Βικιπαίδεια και Ημερολόγιο 2007, έκδοση και επιμέλεια Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας.