Σελίδες

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Γρηγόρης Αυξεντίου





Γρηγόρης Αυξεντίου

3 Μαρτίου 1957. Γρηγόρης Αυξεντίου
«[...]
Ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ πιστέψω πὼς ἡ στενότητα μιᾶς σπηλιᾶς
μποροῦσε νἄχει τόση εὐρυχωρία· μποροῦσε νὰ χωρέσει
τὴν πατρίδα μὲ τὶς ἐλιές της, τ’ ἀκρογιάλια της, τὰ βάσανά της, μὲ τὰ καΐκια της μ’ ὁλάνοιχτα πανιὰ στὸν ἀντρίκιον ἀγέρα της,
τὸν κόσμο μὲ τὰ φλάμπουρά του, τὰ ὄνειρά του, τὶς καμπάνες του,
καὶ τὰ μικρὰ ἀγριόχορτα. Ἀνασαίνω,
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πέτρινο τοῦνελ ποὺ ἡ ἔξοδός του
εἶναι το ἴδιο τὸ στόμιο τοῦ ἥλιου. Τὸ ξέρω:
ἀπὸ δῶ, κατευθείαν, θὰ περάσω νεκρὸς μὲς στὸν κόσμο.
Μὴν κλαῖτε.
Καὶ ξέρω τώρα, ὅσο ποτέ, πὼς εἶναι δυνατὴ ἡ ἐλευθερία. Γειά σας.

Τούτη τὴν ὥρα δὲν τρομάζω τὰ μικρὰ ἢ μεγάλα λόγια–
μπορῶ νὰ σκουπίσω τὰ μάτια μου στὴ σημαία μας
μιὰ καὶ τὸ ξέρω: στὴν ἀπόλυτη στιγμή μου
μὲς ἀπ’ τὸ στόμιο τοῦ θανάτου οἱ συναγωνιστές μου
θὰ παραλάβουν ἀπ’ τὰ χέρια μου φλεγόμενη
τὴ σημαία τοῦ ἀνένδοτου ἀγώνα, φλεγόμενη
σὰν πύρινο ἄλογο ἱκανὸ νὰ διασχίσει τὸ ἄπειρο καὶ τὸ θάνατο σὰν ἄσβηστη δάδα μέσα σ’ ὅλες τὶς νύχτες τῶν σκλάβων,
φλεγόμενη ἡ σημαία μας
σὰ μέγα ἀστραφτερὸ δισκοπότηρο γιὰ τὴν Ἅγια Μετάληψη τοῦ Κόσμου.
Μπορῶ νὰ ἐπαναλάβω:
«Λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστί τὸ σῶμα μου καὶ τὸ αἷμα μου–
τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Γρηγόρη Αὐξεντίου
ἑνὸς φτωχόπαιδου, 29 χρονῶ, ἀπ’ τὸ χωριὸ Λύση,
ὁδηγοῦ ταξὶ τὸ ἐπάγγελμα,
ποὔμαθε στὴ Μεγάλη Σχολὴ τοῦ Ἀγώνα τόσα μόνο γράμματα ὅσα νὰ φτιάχνουν τὴ λέξη «ἐ λ ε υ θ ε ρ ί α»
καὶ ποὺ σήμερα, 2 τοῦ Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανὸς στὴ σπηλιὰ τῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ
καὶ σήμερα ἀκριβῶς, 2 τοῦ Μάρτη, μέρα Σάββατο–μὴν τὸ ξεχᾶστε, σύντροφοι –
στὶς 2 ἡ ὤρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα, καὶ 3 πρῶτα λεπτά,
γεννήθηκε ὁ μικρὸς Γρηγόρης ἀνάμεσα στὰ
ματωμένα γόνατα τῆς πλάσης. [...]» Γιάννης Ρίτσος

«ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΡΦΟ ΜΑΣ
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἓνα σχέδιο)
Νὰ πάρουμε μιὰ σταγόνα ἀπ᾽ τὸ αἷμα σου
νὰ καθαρίσουμε τὸ δικό μας,
νὰ πάρουμε μιὰ σταγόνα ἀπ᾽ τὸ αἷμα σου
νὰ μπολιάσουμε το δικό μας,
νὰ πάρουμε μιὰ σταγόνα ἀπ᾽ τὸ αἷμα σου
νὰ βάψουμε τὸ δικό μας
νὰ μὴν μπορέση πιὰ ποτὲς
νὰ τὸ ξεθωριάση ὁ φόβος.
Νὰ πάρουμε τὸ τελευταῖο σου βλέμμα
νὰ μᾶς κυτάζη μὴν ξεστρατίσουμε,
νὰ πάρουμε τὴν τελευταία σου ἐκπνοὴ
νἂχουμε ὀξυγόνο ν᾽ ἀναπνέουμε
χιλιάδες χρόνια,
νὰ πάρουμε τὶς τελευταῖες σου λέξεις
νἂχουμε νὰ τραγουδᾶμε
ἀνεξάντλητα ἐμβατήρια γιὰ τὴ λευτεριά...
Μὴν πέσει σκιὰ στὸν τάφο αὐτὸ
οὒτε ἀπὸ γιασεμὶ στὸ φεγγάρι.
Ὁ τάφος αὐτὸς εἶναι γιὰ νὰ παίζη
μὲ ξίφη Αὐγουστιάτικων ἡλιαχτίνων
καὶ νὰ στέλνη διπλοὺς ἣλιους
πίσω στὸν ἣλιο.
Κι᾽ ἀκόμα ὂχι, ὁ τάφος αὐτὸς
δὲν εἶναι γιὰ ν᾽ ἀντανακλᾶ τὸν ἣλιο,
ὁ ἣλιος εἶναι γιὰ ν᾽ ἀντανακλᾶ τοὺς ἣλιους του.» 
Κώστας Μόντης