Σελίδες

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Tου ’74

 



Αυτόπτης,
Αυτήκοος,
Αυτογεύστης,
αυτοσφράντης / αυτοοσφραντής,
αυτοάπτης.
 
 
 
Του Σάββα Παύλου

Είχα πάρει τηλέφωνο τον Μενέλαο Χριστοδούλου που μου συμπλήρωσε τον κατάλογο με τις τρεις τελευταίες λέξεις. Την προηγούμενη μέρα, με είχε βγάλει στο ραδιόφωνο ο Δημήτρης Κοσμόπουλος. Ήθελε μαρτυρίες στην εκπομπή του για το 1974, 30 ακριβώς χρόνια από τότε. Όταν έφτασα στη σκηνή του νοσοκομείου, όταν ανάφερα ότι είδα τους τραυματίες και νεκρούς του πολέμου, λύγισα σε λυγμούς, δυσκολεύτηκα να συνεχίσω. Ο Κοσμόπουλος με ρώτησε αν έπρεπε να διακόψει την εκπομπή, ρίχνοντας μουσική.

Πρώτη φορά μιλούσα για τις μνήμες του καλοκαιριού αυτού. Πάντοτε σε όλες τις εκπομπές που βγήκα μίλησα για το Κυπριακό και για τόσα άλλα θέματα με αποφασιστικότητα και ηρεμία. Λυγμοί και κλάματα μου φαίνονταν πάντα απωθητικά, γι’ αυτό και νευρίασα με τον εαυτό μου, για την εικόνα που παρουσίασα, για τον ήχο που έδινα. Αποφάσισα να καταγράψω στο χαρτί τη δική μου μαρτυρία και να μην ξαναμιλήσω γι’ αυτά ποτέ. Μαρτυρία λιτή, χωρίς θεωρητικές συζητήσεις και αναλύσεις, ό,τι είδα και άκουσα, μια γραφή αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα σκέφτηκα. Και κει αναρωτήθηκα για τις άλλες αισθήσεις, γιατί να αποκλειστεί η δική τους μαρτυρία, όσο και αν θεωρείται φτωχική, όσο και αν ο μέγας, ο Ηράκλειτος, όταν διαλογίζεται για την αξιολόγηση των αισθήσεων επιμένει μόνο στην όραση και την ακοή: «Οφθαλμοί των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες».

Όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω τη μυρωδιά που άπλωσε σε όλη την Κύπρο στον πρώτο γύρο της εισβολής, μυρωδιά που σου έπνιγε την ψυχή, πυρπολημένης γης και αποκαϊδιών, ακόμη, απόμακρα, οσμή σμπαραλιασμένης και καμένης σάρκας. Ποια θα ήταν η μαρτυρία των δικών μου αισθήσεων, όλων όμως; Στην τελευταία αίσθηση ο Μενέλαος Χριστοδούλου προτείνει: αυθάπτης. Αντιδρώ, ομοιοκαταληκτεί με το νεκροθάπτης κι είναι ιερή για μένα η μαρτυρία της αφής. Έχεις δίκαιο, μου λέει, από τους αλεξανδρινούς χρόνους επικράτησε να μη γίνεται η συναίρεση, νομιμοποιούμαστε λοιπόν να πούμε αυτοάπτης.

Πήρα τις λέξεις μου που ήθελα, μπορώ να ξεκινήσω. Σκέφτομαι ότι η ζωή μου παίχτηκε και χάθηκε τις χρονιές 1973- 1975 (Νομική, Γενεύη, Πολυτεχνείο, Πραξικόπημα, Παλαιστίνιοι) και γι’ αυτά πρέπει να μιλήσω για λίγα πριν από το κύριο σημείο, που με σπαράζει, δηλαδή το καλοκαίρι του ’74 και την εισβολή. Όμως πρέπει να δώσω μια εξήγηση για τον τίτλο: Στη στάση την τρομακτική του αθώου.

Αγαπούσα και αγαπώ πολύ το «Αυτοψία» από το Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό, του Ελύτη, κάποιοι στίχοι ακτινοβολούσαν συνεχώς, κάποιοι όχι. Κάποτε θύμωσα με τον γιο μου Αχιλλέα, εξάχρονο αγοράκι τότε, του έβαλα τις φωνές. Γύρισε και με κοίταξε έκθαμβος, παραπονεμένος, πονεμένος, με το μένος της αθωότητας, ανυπεράσπιστος. Όλα αυτά αποτυπωμένα στο βλέμμα του, ένα βαθύ βλέμμα. Μα δεν έχω καμιά σχέση μ’ αυτό που μου λες, διατύπωσε την αθωότητά του. Πράγματι δεν είχε σχέση. Τότε, εκείνη τη στιγμή, ο στίχος «στη στάση την τρομακτική του αθώου» σοφίλιασε στο μυαλό μου, ήταν ο πιο καίριος στίχος.

Τι ήταν η Κύπρος το 1974; Ένα αθώο και ανυπεράσπιστο αρνίον που το κατάσφαξαν αναίτια οι Τούρκοι, σε συνεννόηση με τους χουντικούς, τους Αμερικανούς, τους Άγγλους και όλη τη διεθνή υποκρισία.

ΝΟΜΙΚΗ



Πήγα στην Αθήνα αντιχουντικός, δεν ήταν η συνήθης αντιεξουσιαστική στάση των νεαρών που αντιπολιτεύονται εξουσίες και κυβερνήσεις, δεν ήταν τα διαβάσματά μου, όλα αριστερά, Σάρτρ, Καμύ κ.λπ., ήταν και η στάση της Χούντας με την ελληνική μεραρχία, η ανάκλησή της. Ήταν η πρώτη πράξη για να αφεθεί η Κύπρος ανυπεράσπιστη στην τουρκική βουλιμία. Η γενικότερη στάση ήταν εθνική αντιχουντική, με ψήγματα αντιδικτατορικά. Φτάνοντας στην Αθήνα ήμασταν περιχαρακωμένοι από την ελλαδική κοινωνία, δεν είχαμε δεσμούς και γνώση, εξ άλλου ο Κύπριος φοιτητής ξεχώριζε στην ελληνική κοινωνία, (προφορά, γενικά καλύτερη οικονομική κατάσταση), ας μη ξεχνούμε, ακόμη, ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ το 55-59, οι βομβαρδισμοί της Τηλλυρίας, ήταν νωποί και συγκινούσαν.
Μα ακόμη δεν υπήρχε αντιχουντική δραστηριότητα που να σε παρασύρει και να σε εντάξει και σένα, η ατμόσφαιρα στην ελληνική κοινωνία ήταν απλώς αντιχουντικά κουμπωμένη.

Η αντιχουντική στάση μας εξαντλείτο σε συζητήσεις με άλλους Κύπριους και Ελλαδίτες συμφοιτητές, άλλη εκδήλωση: τα τραγούδια, κυρίως του Θεοδωράκη. Η μόνη δραστηριότητα: Συνθήματα εναντίον της χούντας στα πακέτα των τσιγάρων και των σπίρτων, στα έδρανα του σπουδαστηρίου. Ίσως να υπάρχει ακόμη στο φιλοσοφικό σπουδαστήριο «Το κάτω η χούντα», άνοιξα το συρτάρι και το έγραψα

Στην κηδεία του Σεφέρη εκφράστηκαν οι πρώτες αντιχουντικές σπίθες μας δημόσια. Όμως και σήμερα γράφουν κείμενα για την κηδεία του Σεφέρη, παγκοίνως παραδεκτά, παίρνουν την έξωθεν καλή μαρτυρία από όλους, πρόσφατα διάβασα ένα κείμενο του Λ. Ζ. στη Νέα Ευθύνη, με αφορμή ένα στεφάνι στην κηδεία αυτή.



Ένας σύγχρονος άνθρωπος που γράφει γι’ αυτή την κηδεία, ύστερα από σαράντα τρία χρόνια, έπρεπε να περάσει από το μυαλό του η σκέψη, από αυτούς που μαζεύτηκαν εδώ σ’ αυτή την κηδεία πόσοι θα μας ποδοπατούν όταν φύγει η Χούντα, πόσοι είναι καιροσκόποι. Τίποτα, αρεστά όλα σε όλους.

Το κλείσιμο στη Νομική ήταν ένα άλμα στο φοιτητικό κίνημα. Προηγήθηκαν πολλά, κυρίως μια άνθηση της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Διαλέξεις, εκθέσεις, εκδηλώσεις, θέατρο, κινηματογράφος (Γούντστοκ, Φράουλες και αίμα, Ξέγνοιαστος καβαλάρης, αρχές του νέου ελληνικού κινηματογράφου), ακόμη θυμούμαι τη συγκίνηση που έφεραν αυτές οι ταινίες. Η κηδεία του Σεφέρη μετεξελίχθηκε εν τέλει σε αντιχουντική εκδήλωση, όμως ήταν περιορισμένη, εδώ στη Νομική ο βαλλόμενος στόχος ήταν ευκρινής, η ιδεολογία ήταν καθαρή και χωρίς ψιμυθιώματα. Πηγαδάκια, συζητήσεις, συνελεύσεις, χοροί, τραγούδια, έντυπα, συνθήματα, δράση, κυρίως μαζικότητα -πολλοί φοιτητές με απόφαση δράσης μέσα στο κτήριό της. Η χούντα προηγουμένως βοήθησε τα πράγματα να εξελιχθούν και να ριζοσπαστικοποιηθούν, με στρατεύσεις των φοιτητών, ανακρίσεις, βασανιστήρια, συλλήψεις, και νοθεία στις φοιτητικές εκλογές, όταν αναγκάστηκε να τις προκηρύξει.

Ο χρόνος συμπυκνώνεται, η συνειδητοποίηση κορυφώνεται, πράξεις που δεν τις περιμένεις ανασπειρώνονται, στις κρίσιμες ώρες. Έγκλειστοι μέσα κάποια στιγμή διατυπώθηκε ο φόβος ότι οι χουντικοί θα άναβαν το γκάζι με κίνδυνο έκρηξης. Σε ένα δευτερόλεπτο όλοι έσβησαν τα τσιγάρα. Άνθρωποι της πρώην ΕΚΟΦ προσπάθησαν να παραβιάσουν την είσοδο, σε ένα λεπτό μεταφέρθηκαν οικοδομικά υλικά που ήταν κάπου στοιβαγμένα για επισκευές, μεταφέρθηκαν για να ενισχύσουν την πόρτα.

Ήρθε ένας παπάς, έφερε πληροφορίες και κάποια τρόφιμα, αυθόρμητα το αμφιθέατρο άρχισε να φωνάζει -τιμημένα ράσα, τιμημένα ράσα. Ο οποιεσδήποτε αντικληρικαλισμός μας, απότοκος κυρίως ριζοσπαστικών διαβασμάτων, χάθηκε. Έμενε μόνη η συγκίνηση της συμπαράστασης. –Τιμημένα ράσα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση από ένα ψήφισμα συμπαράστασης που μας ήρθε από το εξωτερικό. Μας έδειχνε πως δεν είμαστε μόνοι, απομονωμένοι σε ένα κτήριο, περικυκλωμένοι και μοναξιασμένοι, ο κόσμος μας παρακολουθούσε, μας έκρινε, ήταν μαζί μας. Αργότερα, στη Γενεύη εξηγούσα πόσο σημαντικό ήταν αυτό το ψήφισμα συμπαράστασης και τα συναισθήματα που προκαλούσε. Ήταν εκεί, στη Γενεύη, όλοι οι εκπρόσωποι αντιστασιακών οργανώσεων. Στο Πολυτεχνείο μετά, τα ψηφίσματα συμπαράστασης από το εξωτερικό έπεφταν βροχή.

Στη ταράτσα της νομικής κρατούσα μπροστά στο πρόσωπό μου ένα βιβλίο της Κάρεν Χόρνεϋ, που μου είχε δανείσει ο Άγγελος, το είχα ανοικτό και έκρυβα το πρόσωπό μου, γιατί μας είπαν ότι μας φωτογράφιζε από απέναντι η ασφάλεια, που έκοβε φάτσες. Κάποια στιγμή αηδίασα, βαρέθηκα και κατέβασα το βιβλίο φωνάζοντας –Φωτογραφίστε μας, χτενιστήκαμε. Δεν ξαναέκρυψα το πρόσωπό μου. Τότε μου τράβηξαν τη φωτογραφία, στην ταράτσα, που έκανε το γύρω του κόσμου, δημοσιεύτηκε σε έντυπα και βιβλία.

Κάτω στον δρόμο μας απειλούσε και μας λοιδορούσε ένας μακρυμάλλης με μπλου τζην. Τον έβλεπα από την ταράτσα και μου έκανε εντύπωση, πρώτη φορά έβλεπα τέτοια εικόνα, τότε μακριά μαλλιά και τζην σήμαιναν αμφισβήτηση και μοντέρνο πνεύμα, αυτός ήταν ένας της ασφάλειας που είχε το ντύσιμο του σύγχρονου τότε νέου για να παραπλανεί και να μαζεύει ευκολότερα τις πληροφορίες.

Τότε κάποιοι έφεραν μεγάλα πλακάτ και μπογιά και αποφασίσαμε να γράψουμε τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ένα γράμμα σε κάθε πλακάτ. Έγραφα το κάτω μέρος του γράμματος και ένας άλλος φοιτητής συμπλήρωνε με το πάνω μέρος. Ένιωσα ξαφνικά ότι ήταν ιστορική στιγμή και του είπα -άσε να γράψω ένα γράμμα μόνος μου. Έτσι έγραψα όλο το Θ του Ελευθερία. Αργότερα, αυτό το σύνθημα: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, μπήκε ως φωτογραφία στα βιβλία της Ιστορίας, εκατομμύρια ελληνόπουλα μεγάλωσαν με αυτή τη φωτογραφία στα σχολικά βιβλία τους.

Το βράδυ διανυκτέρευση κάτω από το έδρανο, γιατί ένας μικρός χώρος περιορισμένος μεγαλώνει την αίσθηση της ζεστασιάς, μη ξεχνάμε ότι το κλείσιμο στη Νομική έγινε τον Φεβρουάριο. Νηστικοί όλη μέρα, το πρωί η πείνα θέριζε, κάποιος μας πέταξε από την απέναντι πολυκατοικία πορτοκάλια, αρπάξαμε ένα και το μοιραστήκαμε με τον Αντρέα Μάρκοβιτς. Αργότερα πήρε την κόρη του στη Νομική και τις διάβασε το επίγραμμα του Κουτσοχέρα για τους κούρους και τις κόρες που κλείστηκαν εκεί διεκδικώντας ελευθερία, για να της δώσε να καταλάβει ότι ο πατέρας της ήταν ένας κούρος εκείνης της εποχής.

Μετά αποφασίστηκε η έξοδος. Κάποιος ανέβηκε σε μια καρέκλα και έδινε οδηγίες για την εκκένωση. Φοβόμαστε ότι η Χούντα θα χτυπούσε ή, αν είχε δώσει υποσχέσεις για αποφυγή επεισοδίων, δεν θα τις τηρούσε. Βγήκαμε έξω γρήγορα, σχεδόν τρέχοντας, δεν ήξερα ποια υποδοχή μας επιφύλασσαν η Ασφάλεια πιο πάνω από την έξοδο της Νομικής, που είχε κόσμο και δημοσιογράφους, έτσι κατέφυγα στο άνοιγμα μιας πόρτας, ήταν ένα φροντιστήριο για μαθητές. Ακολούθησε κι ένα ζευγάρι, μας κρύβουν για λίγο και ύστερα φώναξαν ταξί για να μας φυγαδεύσουν. Ο άντρας του ζευγαριού, μεγαλύτερος από μένα, λίγο κοντά στα τριάντα, είναι υπεύθυνος στην κινηματογραφική λέσχη της Κυριακής, τον ξέρω καλά γιατί κάθε Κυριακή είμαι εκεί.

Η προσωπική διαδρομή του καθενός του δίνει δυνάμεις ή τον υποσκάπτει. Κάποτε που ο Μιχάλης Π. προέβη σε κάτι που με εξευτέλιζε, είχα κουρελιαστεί. Γύριζα στους δρόμους της Λευκωσίας, μετά τα μεσάνυχτα, και αναρωτιόμουν τι να κάνω. Είπα να κάνω κι εγώ ένα καιροσκοπισμό, να τελειώνει το κακό. Όμως μια φωνή μου έλεγε μέσα μου: Όχι, εσύ έγραψες στην ταράτσα της νομικής το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, δεν δικαιούσαι να καιροσκοπείς, έμεινα άτεγκτος ως το τέλος.

Πήγα και στο δεύτερο κλείσιμο, ύστερα από καιρό, δεν ήξερα ότι διοργανωνόταν, περνώντας έξω από τη Νομική, στην πλατεία, έπεσα στον άνθρωπο της κινηματογραφικής λέσχης που είχαμε καταφύγει στο φροντιστήριο, μετά το πρώτο κλείσιμο. Μαζί του η ίδια κοπέλα. Κόσμος μαζευόταν, έμπαινε στο κτήριο. Έτρεξα κοντά τους γεμάτος χαρά, -ρε παιδιά έχει τίποτε, οργανώνεται τίποτε, ρώτησα με αδημονία. Δεν με θυμήθηκε, μου γύρισε την πλάτη με ένα ύφος: αει παράτα μας. Με αντιμετώπισαν σαν ξετσίπωτο χαφιέ που τους κάνει σκόπιμες ερωτήσεις. Έπαθα σοκ, πρώτη φορά με αντιμετώπιζε κάποιος έτσι, σαν ύποπτο άνθρωπο που προσπαθεί να ψαρέψει και να μπλέξει τον άλλο.

Μπήκα στη Νομική μα ύστερα από δυο, περίπου, ώρες έφυγα, έτσι γλίτωσα και το ξύλο που έπεσε για την εκκένωσή της. Δεν ένιωθα καλά, ήμουν αναστατωμένος και κουρελιασμένος από τη στάση του, τα δώσαμε όλα και τίποτα δεν κερδίσαμε, όχι να μας βγάζουν και χαφιέδες.

Πανίκος Δημητρίου


Γενάρης του 1975. Έξι μήνες μετά την εισβολή. Οι παμπόνηροι Εγγλέζοι, με διάφορους τρόπους στέλλουν στα κατεχόμενα τους Τουρκοκύπριους των ελευθέρων περιοχών που κατέληξαν στις Βάσεις, έτσι πετυχαίνουν τον πληθυσμιακό διαχωρισμό και εδραιώνουν τα δεδομένα της εισβολής και της κατοχής. Φυσικά, οι Τουρκοκύπριοι μεταφερόμενοι από τους Άγγλους στα κατεχόμενα θα μένουν στα σπίτια των ξεσπιτωμένων προσφύγων, που έφυγαν έντρομοι για να γλυτώσουν από το σπαθί του Τούρκου.

Ο Πανίκος Δημητρίου, μαθητής, 18 χρονών παλικάρι, πρωτοστατεί στις εκδηλώσεις εναντίον της αγγλικής πολιτικής, έξω από τις Βάσεις. Είναι πρόσφυγας, ξεριζωμένος, από τον Άγιο Μέμνονα της Αμμοχώστου, γνωρίζει πολύ καλά που οδηγεί αυτή η αγγλική τακτική. Ένα αγγλικό τανκς τον συντρίβει και τον σκοτώνει. Η θυσία του μας συγκινεί όλους, στην Αθήνα η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι, γύρω από την Αγγλική πρεσβεία.

Από τον Λεωνίδα Χριστάκη παίρνω αρκετά αντίτυπα από την μπροσούρα του Οδηγίες για τους Κύπριους. Τα προωθώ στους Κύπριους, κυρίως, φοιτητές. Η έκδοση αυτή δείχνει πόσο το Κυπριακό μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει την ελλαδική κοινωνία, περιγράφει πως κατασκευάζεις κοκτέιλ μολότωφ, εκρηκτικά, ανατινάξεις τεθωρακισμένων. Την μπροσούρα αποτελούν αποσπάσματα από μια ελβετική έκδοση και διακηρύσσει υπέρ της πολιτικής άμυνας. Ο παμπόνηρος Λεωνίδας διαχέει ανατρεπτική γνώση για εκρηκτικά, με αφορμή τον συναισθηματισμό που δημιουργεί η Κύπρος. Οδηγίες προς τους Κύπριους γράφει η μπροσούρα, για να βοηθήσω τους αδελφούς Κύπριους στον αγώνα τους ενάντια στον ξενοκίνητο εισβολέα, λέει, εισαγωγικά, ο Χριστάκης, αλλά καταλαβαίνεις ότι όλα ετούτα αποτελούν οδηγίες για τους αντιεξουσιαστικούς κύκλους πως, με αφορμή τον συναισθηματικό κραδασμό που προκάλεσε η κυπριακή τραγωδία, αυτοί μπορούν να εξοπλιστούν. Αργότερα αναδημοσίευσα αυτή την μπροσούρα του Χριστάκη στο ένα και μοναδικό τεύχος του περιοδικού Οδόφραγμα Πορεία (1977) και, αργότερα, σε αυτοτελή έκδοση στο Αιγαίο (1984). Πάντως η γνωριμία μου με τον Χριστάκη με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τις διαφορές μου με τους αντιεξουσιαστές της Ελλάδας. Σε λίγο καιρό δεν θα ακούν τα κόμματα, οι νέοι της Ελλάδας θα γίνουν όλοι αυτόνομοι, όπως στην Ιταλία, μου τόνιζε. Αυτό ήταν το ίνδαλμά του. Μα εγώ ήθελα απελευθέρωση της Κύπρου από το πνιγμό του Τούρκου, κι ας ήταν από λογικές του αστικού σχηματισμού, ο θανατόπνοος τουρκικός επεκτατισμός με κάθε τρόπο έπρεπε να ανακοπεί. Καταλάβαινα τις διαφορές μας σιγά σιγά. Παρομοίως, κάποτε ο Λάμπρος Κ., μαθηματικός με ευρύτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, μας τόνιζε τη διαφορά του με μας, όταν λέγαμε ότι θέλουμε επιστροφή της ελληνικής μεραρχίας, για προστασία του νησιού. Αυτός ήθελε ένοπλη λαϊκή πολιτοφυλακή, μήπως μαγαρισθεί ιδεολογικά, -όχι, λοιπόν, τακτικός στρατός. Ούτε ένοπλη λαϊκή πολιτοφυλακή έγινε, ούτε τακτικός ελληνικός στρατός έφτασε ποτέ.

Πάντως ο χώρος εκεί στην πρεσβεία της Αγγλίας έβραζε από αγανάκτηση, που προκάλεσε η θυσία του Πανίκου Δημητρίου. Να θυμίσω ότι η οδός της αγγλικής πρεσβείας ονομαζόταν Καραολή και Δημητρίου, έτσι μετονόμασε τον δρόμο το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, την εποχή της εκτέλεσης των δύο ηρώων. Οι Άγγλοι, απαίσιοι αποικιοκράτες, κρέμασαν τους δύο νέους και το δημοτικό συμβούλιο άλλαξε το όνομα της οδού με τα δικά τους ονόματα. Ήταν τότε που και η Αθήνα πίστευε σε αξίες και μέσα και είχε την ευφυΐα και την ευρηματικότητα να εφαρμόζει μέτρα που εξέφραζαν ένα λαό σε κινητοποίηση. Οι Άγγλοι αναγκάστηκαν να το καταπιούν και να χρησιμοποιούν αυτό το οδωνύμιο της πρεσβείας τους στην Αθήνα, αφιερωμένο σε δυο ανθρώπους που είχαν απαγχονίσει ως εγκληματίες.
Κατέβηκαν κάποια στιγμή αρκετοί Κύπριοι φοιτητές, και έγινε πυρπόληση αγγλικών αυτοκινήτων.

Το βράδυ είπαμε να κάψουμε την πρεσβεία από την πίσω πλευρά. Ένας φοιτητής της ιατρικής, ο Ντίνος, Κύπριος με αυτοκίνητο, μας μετέφερε έχοντας και μια σακούλα με δύο κοκτέιλ μολότωφ. Έφριξα όταν τις είδα, είχαν βάλει βενζίνη και ένα λεπτό ρούχο έμπαινε από τον ανοιχτό λαιμό της μπουκάλας μέσα. Αυτός που θα τις χρησιμοποιούσε θα καιγόταν σαν λαμπάδα.
Αμέσως έσκισα την εσωτερική φανέλα μου και με ένα κομματάκι της έκανα πώμα στις μπουκάλες, με άλλο πιο μεγάλο κομμάτι της φανέλας εμποτισμένο στη βενζίνη τις περιτύλιξα. Άναψα την πρώτη και την πέταξα, λαμπάδιασε ο τόπος. Πήγα να ανάψω και τη δεύτερη για να την πετάξει ο δεύτερος φοιτητής, ο Παύλος Ι., ανώτερο στέλεχος σήμερα των οικονομικών κύκλων της Κύπρου, ο οποίος την κρατούσε, μα μου είπε «δεν μπορώ». Την άρπαξα, την άναψα και την πέταξα, ξαναλαμπάδιασε ο τόπος. Μπήκαμε άρον άρον στο αυτοκίνητο που μας περίμενε εν εκκινήσει. Χάλασε, γιατί ως υπερφορτωμένο χτύπησε στο οδόστρωμα. Το αφήσαμε και απομακρυνθήκαμε. Όμως ήταν και το μήνυμα στις εφημερίδες, έπρεπε να δώσει το στίγμα της και η οργάνωσή μας, ο Λ.Α.Σ.Κ.
Ήταν τότε η εποχή που κάθε Κύπριος έφτιαχνε και μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση, για απελευθέρωση της Κύπρου από τον Τούρκο. Φτιάξαμε και εμείς της δική μας: Λ.Α.Σ.Κ., Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός Κύπρου.
Μπήκαμε σε ένα θάλαμο, ανέλαβε να μιλήσει το, αργότερα, στέλεχος των οικονομικών κύκλων, μιλούσε πια επιτακτικά στον δημοσιογράφο, που ήταν στη γραμμή. Γράφετε, γράφετε, φώναζε. Εν τάξει γράφω, είπε ο δημοσιογράφος, και άκουγε για την πρώτη ενέργεια του νεοδημιουργηθέντος Λ.Α.Σ.Κ. που δεν θα σταματούσε, άρχιζε τη δράση μέχρι να φύγουν πλήρως οι Τούρκοι από την Κύπρο. Λέω, μέσα μου, ο άνθρωπος που δεν τολμούσε να ρίξει το μολότωφ τώρα έδινε εντολές σαν να κατέλαβε τα χειμερινά ανάκτορα, σαν να ακουγόταν από παντού το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Ύστερα από χρόνια, όταν γνώρισα τον αδελφό του έδειξε έκπληξη όταν του μίλησα για τη συμμετοχή του δικού του σ’ αυτή την ενέργεια, σαν να του έλεγα ψέματα. Ο αδελφός μου ποτέ δεν τόλμησε επικίνδυνα πράγματα, τόνισε.

Κλείνω. Κάποιος φίλος, ύστερα από χρόνια, ο Αντρέας Μάρκοβιτς, αναφέρει σε μια παρέα στην Αθήνα τον Πανίκο Δημητρίου και τη θυσία του, και πως πρέπει να την τονίζουμε πάντα. Ο Ακελικός ινστρούχτορας τον αποπαίρνει. Μα αυτός ήταν Γριβικός, λέει.
Μ’ αυτόν τον τρόπο χάνονται δεκαοχτάχρονοι έφηβοι από την Ακελική λογική, ρίχνονται στον Καιάδα της αριστερής ορθοδοξίας, οι ωραίοι και αγνοί έφηβοι.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

Ποιητές στην Κύπρο

Α) Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο
Η υπέρτατη καταξίωση της αισθητικής δικαίωσης βρίσκεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατίνης Ανθολογίας:

Δεξιών Όμηρε την κεκαυμένην
φθονείν αφήκας τας απορθήτους πόλεις.

Δηλαδή: Τραγουδώντας Όμηρε για την πυρπολημένη Τροία έκανες τις άλλες πόλεις, που δεν έπαθαν τίποτε, να ζηλέψουν. Με άλλα λόγια, να σε κουρσέψουν, να σε λεηλατήσουν, να σε κάψουν, όμως να σε τραγουδήσει ένας Όμηρος.

Σκέφτομαι ξανά την Κύπρο. Κουρσεμένη, στον απόλυτο πόνο του ’74 και είχε ακόμη την πιο φρικιαστική τραγωδία, μίλησαν για τον πόνο της νεοκύπριοι και Ακελικοί, που όπως τον εννοούσαν αυτοί έγινε δήθεν πόνος.
Να ήμουνα Έλληνας ποιητής στην Κύπρο. Θα έγραφα την αλήθεια, με όση ποιότητα μπορούσα, πρώτα από όλα όμως την αλήθεια. Πως σπάραξε ένας τόπος ελληνικός. Δεν φταίω εγώ γιατί οι εν λόγω ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τις φτηνιάρικες ιδεοληψίες τους.

Β) Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο

Στον Όμηρο όλες οι ανθρώπινες στιγμές βρίσκονται από την πλευρά των Τρώων. Ο Έλληνας Όμηρος τραγουδά τη σύζυγο και το παιδί της πολιορκημένης Τροίας στη συνάντηση Έκτορα, Ανδρομάχης και του μικρού Αστυάνακτα, μιλά για τον πόνο της τρωαδίτισσας Εκάβης στα τείχη όταν προβλέπει το θάνατο του γιου της, μιλά για τον τραγικό βασιλιά Πρίαμο όταν, για να πάρει το σώμα του σκοτωμένου παιδιού του, φιλά τα χέρια του Αχιλλέα, «ανδρός παιδοφόνοιο». Έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την απόλυτη αλήθεια και την ποιότητα.

Να ήμουνα Τούρκος ποιητής στην Κύπρο, να μιλήσω γι’ αυτό το νησί που κατακτήθηκε από τους δικούς μου, να μιλήσω για έναν πολιτισμό πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, ένα βαθύτατα ελληνικό πολιτισμό, που εκθεμελιώνεται από τους Ασιάτες επήλυδες, να έγραφα για τη βαρβαρότητα που δείχνουμε στους απογόνους των προσωκρατικών, να διακηρύξω μ’ όλη τη δύναμή μου και να λάμψει όμορφα η τουρκική γλώσσα μέσα από τη ισχύ της αλήθειας: ότι η Κύπρος είναι ελληνική.

Γιατί έτσι βγαίνει η μεγάλη ποίηση, με την αλήθεια και με όση ποιότητα μπορείς, πρώτα απ’ όλα όμως με την αλήθεια. Δεν φταίω εγώ γιατί οι Τούρκοι ποιητές της Κύπρου πούλησαν την υπόθεση της ποίησης, έβγαλαν κατώτερης υποστάθμης ποιήματα, για τον φτηνιάρικο εθνικισμό τους.
Αυτή λοιπόν η μαρτυρία μου, ό,τι άρπαξαν οι αισθήσεις μου, στην πιο δύσκολη και τραγική στιγμή της κυπριακής Ιστορίας. Ξέρω το τέλος της ζωής μου, ότι θα πεθάνω με το τραύμα του ’74, τον τρόμο και την πίκρα του. Όμως και με τη στέρεα απόφαση ότι το παλεύω και δεν δέχομαι οποιαδήποτε συνέπεια στη συλλογική ζωή της Κύπρου. Εδώ έχουμε μαρτυρία ενός ανθρώπου που δεν πολέμησε, δεν έριξε ένα πυροβολισμό, που κράτησε μόνο για λίγο, την ώρα της σκοπιάς, ένα κρίνερ, απ’ αυτά τα όπλα που η Αστυνομία χρησιμοποιούσε για τα αδέσποτα σκυλιά. Ήθελαν άλλα, τα σκυλιά οι Τούρκοι.

Σάββας Παύλου/Κύπρος


Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (τίτλος της διατριβής του: "Σεφέρης και Κύπρος"). Έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Πολυτεχνείου (17 Νοεμβρίου 1973) και στην αντίσταση στη δικτατορία.
Εργάσθηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου. Τον Σεπτέμβριο του 2000 ορίστηκε επιθεωρητής φιλολογικών μαθημάτων και τον Σεπτέμβριο του 2004 πρώτος λειτουργός εκπαίδευσης. Από τους σημαντικότερους μελετητές του έργου του Γιώργου Σεφέρη, εκτός από την διατριβή του, η οποία εκδόθηκε το 2005 και πολλών άλλων, υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης στα ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Πάντζη για τον Σεφέρη με τίτλο "Φωτογραφική μηχανή σωστά κανονισμένη" (2004) και "Ο Σεφέρης στη χώρα της έκλειψης" (2007). Υπήρξε συνεκδότης του περιοδικού "Μικροφιλολογικά". Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδας ("Νέα Εστία", "Αντί", "Άρδην", "Καθημερινή" κ.ά.) και της Κύπρου ("Ακτή", "Σημερινή", "Πολίτης", "Τα Νέα" κ.ά.). Έφυγε από τη ζωή στις 6 Απριλίου 2016, σε ηλικία 65 ετών, μετά από μάχη με τον καρκίνο.