Σελίδες

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

Αύγουστος 480 π.Χ.: Η μάχη των Θερμοπυλών

 

Η 9η Αυγούστου 480 π.Χ. θεωρείται ως η επικρατέστερη ημερομηνία για την ιστορική μάχη των Θερμοπυλών, όπου οι «300» Σπαρτιάτες, υπό τον Βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα, αντέταξαν τρομερή, αλλά άνιση αντίσταση κατά των Περσών του Ξέρξη στο στενό των Θερμοπυλών.


Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας: είτε η Σπάρτη θα χαθεί, είτε θα χάσει ένα βασιλιά. Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη από την εισβολή των Περσών στον Ελλαδικό χώρο, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Για τους Πέρσες οι νεότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο αριθμός τους κατ’ ελάχιστον πρέπει να ήταν 70.000 άνδρες και κατά μέγιστο 300.000 άνδρες, ενώ για τον αριθμό των Ελλήνων οι πηγές τείνουν να συμφωνήσουν στους περίπου 10.000 άνδρες (από τους οποίους 300 Σπαρτιάτες, 1.000 Λακεδαιμόνιοι Περίοικοι και Είλωτες, 700 Θεσπιείς και 400 Θηβαίοι).
Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν Λακωνική: «Μολών Λαβέ» (Αν έχεις τα κότσια, έλα να τα πάρεις). Μετά από την απάντηση αυτή η μάχη ήταν θέμα χρόνου να ξεκινήσει. Ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα υποχωρούσαν βλέποντας τον όγκο των στρατευμάτων του, κάτι που βεβαίως δεν συνέβη, οπότε οι Πέρσες ξεκίνησαν την επίθεση. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Τότε, ο Έλληνας προδότης Εφιάλτης, έναντι μεγάλης αμοιβής, οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες, μέσω ενός «μυστικού» μονοπατιού του όρους Καλλίδρομου.
Ο Βασιλιάς Λεωνίδας αποφάσισε μάχη μέχρις εσχάτων. Αποδέσμευσε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες κρίνοντας ότι η θυσία τους θα ήταν μάταιη και παρέμεινε αυτός εκεί, μαζί με τους 300 Σπαρτιάτες, τους 700 Θεσπιείς και τους 400 Θηβαίους. Ακολούθησε σκληρή μάχη με όλους τους Σπαρτιάτες και τον Λεωνίδα να πέφτουν νεκροί από περσικά βέλη. Όταν οι Πέρσες βρήκαν το σώμα του Λεωνίδα μετά τη μάχη, ο Ξέρξης διέταξε να το αποκεφαλίσουν, γεγονός ασυνήθιστο για τους Πέρσες, που συνήθιζαν να τιμούν τους γενναίους αντιπάλους τους. Μετά από 40 χρόνια, τα λείψανα του Λεωνίδα μεταφέρθηκαν στη Σπάρτη και διοργανώθηκαν ετήσιοι αγώνες προς τιμή του.
Ένας μόνο Σπαρτιάτης επέζησε της μάχης, ο Αριστόδημος, ο οποίος αποχώρησε από την τελική μάχη με εντολή του Βασιλιά Λεωνίδα, καθότι ήταν μισότυφλος. Όταν επέστρεψε στην Σπάρτη, οι συμπολίτες τους τον αποκαλούσαν «Αριστόδημος ο τρέσας», δηλαδή δειλός. Μια λέξη που για τη Σπάρτη αποτελούσε τη χειρότερη προσβολή. Δεν μπορούσε να πάρει μέρος στα γυμνάσια ή να παντρευτεί. Δεν είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει κάποιο αξίωμα και ήταν υποχρεωμένος να κάνει στην άκρη όταν περνούσε κάποιος Σπαρτιάτης από δίπλα του. Για κοινωνίες όπως εκείνη της Σπάρτης, ίσως ο θάνατος να ήταν προτιμότερος.
Όσον αφορά τον προδότη Εφιάλτη, η Δελφική Αμφικτιονία τον επικήρυξε έναντι μεγάλης χρηματικής αμοιβής. Ο ίδιος φυγαδεύτηκε στη Θεσσαλία για αρκετά χρόνια. Όταν ένιωσε ότι ήταν πλέον ασφαλής και θεωρούσε ότι είχε ξεχαστεί η προδοσία του, επέστρεψε στη γενέτειρά του τη Μαλίδα (περιοχή κοντά στη σημερινή Λαμία). Όμως θα τον αναγνωρίσει ένας συμπατριώτης του, ο Αθηνάδης ο Τραχίνιος, σκοτώνοντάς τον επιτόπου. Το τέλος του ήταν αντάξιο του προδοτικού του βίου, ζώντας κατατρεγμένος και φοβισμένος πριν συναντήσει τη μοίρα που του επιφύλαξε η δράση του. Οι Λακεδαιμόνιοι τίμησαν τον δολοφόνο του και ο Εφιάλτης απαθανατίστηκε στην ιστορία ως ο μεγαλύτερος προδότης του αρχαίου κόσμου.
Η Μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες, γνωστές και σημαντικές μάχες στην Παγκόσμια Ιστορία και διδάσκεται σε πλήθος στρατιωτικών σχολών. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους. Τυπικώς, οι Έλληνες έχασαν επί του πεδίου και οι νικητές Πέρσες «πέρασαν». Στην πραγματικότητα όμως οι Θερμοπύλες απέκτησαν τεράστια φήμη καθώς ενέπνευσαν τις επόμενες γενιές με το παράδειγμα των λίγων και γενναίων ανδρών του Λεωνίδα να μάχονται την περσική πλημμυρίδα, αποτελώντας μοναδικό παράδειγμα ηρωισμού, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και την ελευθερία τους.