Σελίδες

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Ο Μενέντεζ, τα F-16 και η σημασία τους για την Τουρκία (και την Ελλάδα)



Η απομάκρυνση του Ρόμπερτ Μενέντεζ από την Επιτροπή Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ έδωσε στον Ταγίπ Ερντογάν την αφορμή να επανέλθει στο σήριαλ των τουρκικών F-16. Επιστρέφοντας από το Ναχιτσεβάν, ο Ερντογάν αποκάλεσε «ευκαιρία για την προμήθεια των αεροσκαφών F-16» την υπόθεση Μενέντεζ, ενώ συνέδεσε και πάλι ευθέως την είσοδο της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ με την πώληση των αεροσκαφών: «Αν οι ΗΠΑ τηρήσουν την υπόσχεσή τους, το κοινοβούλιό μας θα τηρήσει και τη δική του».


Η αγορά των αεροσκαφών αυτών αποτελεί πλέον το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Και είναι λογικό, καθώς το αντάλλαγμα που ζητάει ο Ερντογάν δεν είναι αμελητέο: Η αγορά των F-16 δεν αποσκοπεί απλώς στην αναβάθμιση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας, αλλά στην κυριολεκτική ανάστασή της. Καθώς τα F-16 είναι ο μοναδικός τύπος μαχητικού που διαθέτει (κάποια ελάχιστα Φάντομ σταδιακά αποσύρονται) και αντιμετωπίζει ήδη ένα άτυπο εμπάργκο από τις Η.Π.Α. τα τελευταία χρόνια, η τουρκική αεροπορία βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ακόμη και η συντήρηση του υπάρχοντος στόλου της είναι προβληματική. Μπορεί να έχει κάνει άλματα στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροχημάτων, αλλά αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ένα μαχητικό αεροσκάφος. Όσο για το πολυδιαφημισμένο εγχώριας ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικό TF-X, είναι αμφίβολο αν θα ενταχθεί ποτέ σε υπηρεσία, τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία.
Έτσι, από την αγορά των S-400, η τουρκική αεροπορία παρέμεινε στάσιμη, την ώρα που η ελληνική αεροπορία έμπαινε σε ένα φιλόδοξο και μακροχρόνιο πρόγραμμα ουσιαστικής αναβάθμισης (αγορά Ραφάλ, συντήρηση Μιράζ 2000-5, εκσυγχρονισμός F-16, αγορά F-35), γεγονός που της προσφέρει ένα σημαντικό ποιοτικό (ενδεχομένως και ποσοτικό) προβάδισμα έναντι της τουρκικής.
Το πρόγραμμα των τουρκικών F-16 περιλαμβάνει 4 επίπεδα: α) τον εκσυγχρονισμό μέρους του υπάρχοντος στόλου (80) στο επίπεδο Viper, β) τη συμπλήρωση του στόλου με επιπλέον καινούρια αεροσκάφη (40), γ) την αναβάθμιση του οπλοστασίου με την αγορά εκατοντάδων πυραύλων αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους (περί τους 1.500 συνολικά) και δ) την «επαναφορά» του στόλου με την απρόσκοπτη ροή ανταλλακτικών και άλλου εξοπλισμού, που εκκρεμεί λόγω του άτυπου εμπάργκο, και κάνει τη συντήρηση του στόλου εξαιρετικά προβληματική. Το πρόγραμμα, βέβαια, αν προχωρήσει, θα είναι πολυετές, δίνοντας στις Η.Π.Α. έναν μοχλό πίεσης (έως και εκβιασμού) στην Τουρκία. Από την άλλη, η αναβάθμιση της τουρκικής αεροπορικής ισχύος θα είναι σημαντική και θα σημάνει την έξοδο της τουρκικής αεροπορίας από το τέλμα των τελευταίων ετών.


Η πραγματικότητα είναι πως, στην κατάσταση που βρίσκεται η Τουρκία, τα F-16 ίσως αποτελούν μονόδρομο. Μπορεί να απειλεί κατά καιρούς ότι θα στραφεί σε άλλη χώρα για την αναβάθμιση της αεροπορίας της, αλλά κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς θα απαιτούσε από την Τουρκία να «ξαναστήσει» την αεροπορία της από την αρχή – εγχείρημα πολυδάπανο και πολυετές. Γι’ αυτό και ο Ερντογάν παραδέχθηκε πως: «Οι ΗΠΑ ξέρουν την ανάγκη μας για τα F-16 και μας πιέζουν».
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι, εάν και όποτε προχωρήσει το πρόγραμμα αυτό των 20 δισ. δολαρίων, οι Έλληνες επιτελείς θα έχουν έναν επιπλέον πονοκέφαλο να αντιμετωπίσουν. Το άτυπο αμερικανικό εμπάργκο στην Τουρκία έδινε ως τώρα κυριολεκτικά μία ανάσα στο ελληνικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού. Έτσι, η υπεροχή που απολαμβάνει σήμερα η ελληνική Πολεμική Αεροπορία αποτελεί αναμφίβολα τον βασικό παράγοντα του πρόσφατου σχετικού «φρονηματισμού» της Τουρκίας (πολύ περισσότερο από την περίφημη «διπλωματία των σεισμών» και άλλες αστειότητες). Καλές είναι οι διμερείς επαφές και ο διάλογος, αρκεί να μην ξεχνάμε πως ο βασικός παράγοντας που καθορίζει τη συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντί μας ήταν, είναι και θα είναι το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος.
Αν, λοιπόν, η αγορά των τουρκικών F-16 προχωρήσει, η ισορροπία δυνάμεων θα απαιτήσει επιπλέον πόρους από την ούτως ή άλλως πιεσμένη ελληνική οικονομία. Για παράδειγμα, όταν οι ελληνικές παραγγελίες πυραύλων μετρούνται σε μερικές δεκάδες κάθε φορά, μία αγορά 1.500 πυραύλων από την Τουρκία μόνο απαρατήρητη δεν περνά. Ειδικά αν σκεφτούμε πως τα ελληνικά F-16 στερούνται όπλων μακρού πλήγματος. Ήδη το κόστος για τον εκσυγχρονισμό των F-16 και την αγορά των 20 F-35 αναμένεται να ξεπεράσει τα 6 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτό το ποσό τυχόν αγορά πυραύλων για να τα εξοπλίσει.
Όσον αφορά, πάντως, τα F-35, η κυβέρνηση έχει διαφημίσει επαρκώς την επικείμενη αγορά τους, ως δείγμα του αναβαθμισμένου ρόλου της χώρας μας. Η πραγματικότητα, όμως, προς το παρόν είναι διαφορετική: Το αεροσκάφος αυτό είναι διαθέσιμο για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ και ήδη πολλές χώρες-μέλη προβαίνουν η μία μετά την άλλη στην αγορά του. Δεν αποτελεί, λοιπόν, κάποιο ιδιαίτερο προνόμιο η απόκτησή του από την Ελλάδα. Αντιθέτως, η ελληνική αγορά φαίνεται ότι έχει κολλήσει, καθώς εντέλει μπήκε στη «ζυγαριά» των αμερικανικών ισορροπιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας: Αν αποκτηθούν τα F-35, χωρίς η Τουρκία να έχει πάρει έστω και τα F-16 Viper, η ελληνική αεροπορική υπεροχή θα είναι συντριπτική. Έτσι, το ελληνικό αίτημα παραμένει μέχρι σήμερα «στον πάγο».
Αν και τα προηγούμενα χρόνια η αγορά των τουρκικών F-16 έχει αναγγελθεί πλειστάκις από τα εν Ελλάδι αντιπολιτευόμενα (και… ρωσόφιλα) μέσα ενημέρωσης, ακόμη οι Τούρκοι δεν έχουν εξασφαλίσει τίποτε. Ασφαλώς η απομάκρυνση του Μενέντεζ τους βοηθάει, αλλά το επίμαχο συμβόλαιο δεν είναι σε καμία περίπτωση βέβαιο.
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση οφείλει να συνεχίσει το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της χώρας χωρίς χρονοτριβή. Το εξοπλιστικό πρόγραμμα της προηγούμενης τετραετίας ήταν ασφαλώς ενθαρρυντικό, αλλά σε καμία περίπτωση επαρκές. Η παραμέληση των Ενόπλων Δυνάμεων επί μία δεκαπενταετία ήταν τέτοια, που δυστυχώς απαιτείται ακόμη πολύς χρόνος και πολλά χρήματα. Είναι ακόμη πολλά τα εξοπλιστικά προγράμματα που χρονίζουν και καρκινοβατούν, είτε γιατί μπλέχθηκαν στην προεκλογική παροχολογία, είτε για άλλους λόγους. Επιπλέον, οι οικονομικές συνέπειες των πυρκαγιών και των πλημμυρών δεν αποκλείεται να βάλουν την κυβέρνηση στον πειρασμό περαιτέρω καθυστερήσεων στα εξοπλιστικά. Ο Ερντογάν όμως, καθώς και η υπόλοιπη επικαιρότητα, από την Ουκρανία ως το Αρτσάχ, μας υπενθυμίζουν ότι τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν.

του Νικόλα Δημητριάδη