Σελίδες

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

Τὰ Φῶτα στὸ Ἀϊβαλὶ

 


Στὰ θαλασσινὰ τὰ μέρη ρίχνουμε τὸν Σταυρὸ ὓστερ’ ἀπὸ τὴ Λειτουργία τῶν Θεοφανείων. Ἔτσι τὸν ρίχναν καὶ στὴν πατρίδα μου κι ἦταν ἕνα θέαμα ἔμορφο καὶ παράξενο. 

Ἐκινοῦσε ἡ συνοδεία ἀπὸ τὴ Μητρόπολη. Μπροστὰ πηγαίνανε τὰ ξαφτέρουγα καὶ τὰ μπαϊράκια κι ὕστερα πηγαίνανε οἱ παπάδες μὲ τὸν Δεσπότη, ντυμένοι μὲ τὰ χρυσὰ τὰ ἄμφια, παπάδες πολλοὶ κι ἀρχιμανδρίτες, γιατί ἡ πολιτεία εἶχε δώδεκα ἐκκλησίες καὶ κατὰ τὶς ἐπίσημες μέρες στὶς μικρὲς ἐνορίες τελειώνανε γρήγορα τὴ λειτουργία καὶ πηγαίνανε οἱ παπάδες στὴ Μητρόπολη γιὰ νὰ γίνει ἡ γιορτὴ πιὸ ἐπίσημη. Οἱ ψαλτάδες ἤτανε κι ἐκεῖνοι κάμποσοι κι οἱ πιὸ καλλίφωνοι, καὶ ψέλνανε μὲ μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδὴ ἑλληνικά. Ἀπὸ πίσω ἀκολουθοῦσε λαὸς πολύς. 


Σὰν φτάνανε στ’ Ἀγγελὴ τὸν Γιαλό, ὅπως λέγανε κείνη τὴν ἀκρογιαλιά, ὁ Δεσπότης μὲ τοὺς παπάδες ἀνεβαίνανε σὲ μία μεγάλη σανιδωτὴ ἐξέδρα ἐμορφοσκαρωμένη, γιὰ νὰ κάνουνε τὸν Ἁγιασμό. 

Ὁ κόσμος ἒπιανε τὴν ἀκρογιαλιὰ κι ἀνέβαινε ὁ καθένας ὅπου ἔβρισκε, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει. Τὰ σπίτια ποὺ ἤτανε γύρο, γεμίζανε κόσμο. Οἱ γυναῖκες θυμιάζανε ἀπὸ τὰ παραθύρια. 

Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς θάλασσας ἤτανε μαζεμένα ἴσαμε ἑκατὸ καΐκια καὶ βάρκες ἀμέτρητες, μὲ τὶς πλῶρες γυρισμένες κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόταν ὁ Δεσπότης. Ἔτσι ποὺ ἤτανε…
παρατεταγμένα τὰ καΐκια, μοιάζανε σὰν ἁρμάδα ποὺ θὰ κάνει πόλεμο. Πιὸ ἀνοιχτά, κατὰ τὸ πέλαγο, ἔβλεπες φουνταρισμένα τὰ μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο κι ἐκεῖνα. Ἄλλα πάλι εἴχανε περιζωσμένες τὶς βάρκες ποὺ βρισκόντανε γιαλὸ κι ἤτανε κι αὐτὰ γεμάτα κόσμο, προπάντων θαλασσινοὶ καὶ παιδομάνι. 

Σ’ αὐτὰ τὰ μέρη κάνει πολὺ κρύο καὶ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς οἱ ἀντένες τῶν καραβιῶν ἤτανε χιονισμένες, ἕνα θέαμα πολὺ ἔμορφο. Ἀπάνου στὰ ξάρτια καὶ στὶς σκαλιέρες, στὶς γάμπιες καὶ στὰ μπαστούνια τῶν καραβιῶν ἤτανε σκαλωμένοι πλῆθος θαλασσινοί, μεγάλοι καὶ μικροί. Ἡ θάλασσα ἤτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόντανε ἀπὸ τὰ ξάρτια σὲ πολλὰ καΐκια. Κρύο τάρταρος. 

Στὴν κάθε βάρκα ἀπὸ κεῖνες ποὺ εἴχανε κοντοζυγώσει στὴ στεριὰ καὶ περιμένανε νὰ πέσει ὁ Σταυρὸς στὴ θάλασσα, στεκόντανε ἀπὸ ἕνα δύο νοματέοι ἀπάνω στὴν πλώρη, ἐνῶ ἄλλοι δύο ἤτανε στὰ κουπιά. Οἱ πιὸ πολλοὶ ἤτανε σὰν θερία, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τὰ κορμιὰ τους ἤτανε κόκκινα ἀπὸ τὸ κρύο. Τὰ ποδάρια τους ἤτανε γερὰ καὶ φουσκωμένα σὰν ἀδράχτια. Θαλασσάνθρωποι, γεμιτζῆδες, κοντραμπατζῆδες, ψημένοι μὲ τ’ ἁλάτι. Οἱ πιὸ πολλοὶ εἴχανε ριγμένες στὶς πλάτες τὶς γοῦνες τους γιὰ νὰ μὴν παγώσουνε, ἕνας – δύο ὅμως στεκόντανε γυμνοὶ καὶ κάνανε κάπου κάπου τὸν σταυρό τους. Μὰ τὸ μάτι τους ἤτανε καρφωμένο στὸ μέρος ποὺ θὰ ‘ριχνε τὸν Σταυρὸ ὁ Δεσπότης. 
Ἀνάμεσά τους ἤτανε ὁ Κωστὴς ὁ Γιωργάρας, ὁ Στρατὴς ὁ Μπεκός, ὁ Γιωργὴς ὁ Σόνιος, ὁ Δημητρὸς ὁ Μπούμπας, ὁ Πέτρος ὁ Κλόκας, ὁ Βασίλης ὁ Ἀρναούτης, ὁ παλαβο-Παρασκευᾶς κι ἄλλοι. Σὰν νὰ τοὺς βλέπω μπροστά μου. 

Σὰν σίμωνε λοιπὸν ἡ συνοδεία στὴ θάλασσα κι ἀκουγόταν ἀπὸ μακριὰ ἡ ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος ἀλαλαγμὸς ἀπάνω στὶς βάρκες. Οἱ βουτηχτάδες πετούσανε τὶς γοῦνες τους κι οἱ ἄλλοι τραβούσανε τὰ κουπιά, γιὰ νὰ ‘ναι οἱ βάρκες τους κοντὰ στὸ μέρος ποὺ θὰ ‘πεφτε ὁ Σταυρός. Ἄλλοι φωνάζανε ἀπὸ τὰ ξάρτια, ἄλλοι μαλώνανε, ἄλλοι ἀνεβαίνανε στὶς κουπαστὲς γιὰ νὰ δοῦνε. 

Τέλος φτάνανε οἱ στρατιῶτες καὶ ταχτοποιούσανε τὸν κόσμο. Μπροστὰ πήγαινε ὁ ἀξιωματικὸς ὁ Τοῦρκος κι ἄνοιγε τὸν δρόμο νὰ περάσει ὁ Δεσπότης, κι ἔλεγε: «Γιόλ βέριν ἐφεντιά!» (Κάντε δρόμο στὸν ἀφέντη). Ὁ στρατὸς ἀραδιαζότανε σὲ παράταξη κι οἱ ψαλτάδες ψέλνανε πολλὲς φορὲς «Ἐν Ἰορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε». Στὸ τέλος τὸ ‘ψελνε κι ὁ Δεσπότης κι ἔριχνε τὸν Σταυρὸ στὴ θάλασσα. 

Ἀλαλαγμὸς σηκωνότανε μέσα στὴ θάλασσα. Οἱ βάρκες καὶ τὰ καΐκια καργάρανε τὰ κουπιὰ καὶ τρακάρανε τὸ ‘να στ’ ἄλλο. Οἱ πλῶρες χτυπούσανε ἡ μία τὴν ἄλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, ἀπόχες μπερδευότανε μεταξύ τους. Οἱ βουτηχτάδες πέφτανε στὸ νερὸ κι ἡ θάλασσα ἄφριζε σὰν νὰ παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς κάνανε ὥρα πολλὴ ν’ ἀνεβοῦνε ἀπάνω, παίρνανε μακροβούτι καὶ ψάχνανε στὸν πάτο νὰ βροῦνε τὸν Σταυρό. Γιὰ μία στιγμὴ φανερωνότανε κανένα κεφάλι καὶ βούλιαζε γρήγορα πρὶν νὰ τὸ δεῖς. 

Ἄξαφνα βγῆκε ἕνα κεφάλι μὲ κόκκινα γένια κι ἕνα χέρι ξενέρισε καὶ βαστοῦσε τὸν Σταυρό. Ἤτανε ὁ παλαβο-Παρασκευᾶς. Μὲ δύο τρεῖς χεροβολιὲς κολύμπησε κατὰ τὸ μέρος τοῦ Δεσπότη καὶ σκάλωσε στὴν ἀραξιά. Ἔκανε μετάνοια καὶ φίλησε τὸ χέρι του κι ἔδωσε τὸν Σταυρό. Ὁ Δεσπότης τὸν πῆρε, τὸν ἀσπάστηκε καὶ τὸν ἔβαλε στὸν ἀσημένιο δίσκο κι ὕστερα ἔδωσε τὸν δίσκο στὸν Παρασκευά. Οἱ ψαλτάδες πιάσανε πάλι καὶ ψέλνανε κι ὁ κόσμος ἀλάλαζε. Ὕστερα ἡ συνοδεία τράβηξε πάλι γιὰ τὴν ἐκκλησιά. 

Ὁ Παρασκευᾶς, μὲ τὸν δίσκο στὰ χέρια, γύριζε στοὺς μεγάλους καφενέδες καὶ στὶς ταβέρνες κι ἔριχνε ὁ καθένας ὅ,τι ρεγάλο ἤθελε. Τόσες ὧρες γυμνὸς καὶ βρεμένος μήτε κρύωνε μήτε τοὺς ὤμους του δὲν ἀνασήκωνε. 

Τὴν ὥρα ποὺ ἔπεφτε ὁ Σταυρὸς στὴ θάλασσα, ὅλα τὰ καΐκια καὶ τὰ καράβια ποὺ ἤτανε φουνταρισμένα ἀνοιχτὰ στὸ πέλαγο, γυρίζανε τὴν πλώρη τους κατὰ τὴν Ἀνατολή, ἀπὸ κεῖ ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου