Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Μνήμη Βάσου Φτωχόπουλου

 




Θεοφάνης Μαλκίδης

Μνήμη Βάσου Ν. Φτωχόπουλλου (κατεχόμενη Γιαλλούσα 1950- ημικατεχόμενη Λευκωσία 2026)

Ο συγγραφέας

«Το βιβλίο δεν γράφτηκε για να πω τον πόνο μου -είναι πολύ μεγάλος- ούτε για να βγάλω τα σώψυχά μου. Το έγραψα για να πω με τον τρόπο μου ένα μεγάλο ευχαριστώ στους συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του τόπου μας, που με έσωσαν και σώζουν εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Χωρίς αυτούς δεν ξέρω τι θα ήμουν τώρα κι εγώ, αλλά και όλοι οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που γνώρισα στις πολλές περιπλανήσεις μου».

Τα παραπάνω λόγια διαβάζει στο οπισθόφυλλο ενός από τα τελευταία συγγραφικά τέκνα του Βάσου Φτωχόπουλλου, ένα τέκνο παραπονιάρικο αλλά και πανέμορφο και γελαστό και κυρίως Ελληνικό. Το διάβασα αρκετές φορές στο Καιμακλί, στην οδό Λήδρας, στην Πύλη Αμμοχώστου, στην εντός και στην εκτός τειχών Λευκωσία, στο καλύτερο ελληνικό εστιατόριο του κόσμου το  δικό του «Αιγαίον» , στις εκδοτικές του συνάξεις στο «Έρμα» και τη «Γιαλλούσα»- το ξαναδιάβασα, μέσα στο αεροπλάνο, πάνω από την Κύπρο, το Καστελλόριζο και το  Αιγαίο, αγναντεύοντας   τη Μικρά Ασία.....

Από εκεί που αρχίζει η ιστορία του Βάσου, κυριολεκτικά και μεταφορικά, γόνος άλλωστε της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Κύπρου, ιστορία χαρμολύπης, αγάπης, έρωτα, αισθημάτων, οικογένειας, τραγουδιών, θανάτου και ζωής, που όλα αρχίζουν από την Ελλάδα και βεβαίως καταλήγουν στην Ελλάδα.



Από τα πρώτα κείμενά του μέχρι τα σημερινά, ο Βάσος με έναν τρόπο αυθεντικό, πρωτοποριακό, (αυτο)σαρκαστικό, καυστικό, αληθινό, σου δίνει την αίσθηση αλλά και την πραγματικότητα για έναν όμορφο ελληνικό τόπο. Γι΄αυτόν που γράφει ο Σεφέρης, ο οποίος όπως λέει ο Βάσος, θεωρεί την Κύπρο ως το έσχατο ελεύθερο κομμάτι της Μικράς Ασίας........

Το βιβλίο του Βάσου περιγράφει πολλά και από τα παραπάνω και με εκπληκτικό τρόπο αφήνει τον αναγνώστη να συμμετέχει στη βιογραφία του και ταυτόχρονα μία βιογραφία της Ελλάδας. (Αι)Γιαλλούσα, Λονδίνο, Θεσσαλονίκη, Λευκωσία, αρχίζοντας με την Πόντια γιαγιά του: «Η γιαγιά μου Λεωνόρα, η μάνα του πατέρα μου, Πόντια, ...... είχε έναν μεγάλο καημό. Τον αδελφό που χάθηκε στη Μικρασιατική Καταστροφή. «Ταινία ολόκληρη αυτή η γυναίκα, η ζωή της, η ζωή του σύγχρονου ελληνικού έθνους. Γεννήθηκε στον Πόντο, έζησε στην Καρπασία, μετά στην Αγγλία και θάφτηκε στο ελληνορθόδοξο νεκροταφείο του Hendon. Όλα σε μια ζωή».

Ο άνθρωπος

Ο Βάσος γεννήθηκε στην Γιαλλούσα, εν μέσω αγγλικής κατοχής και σε ηλικία 12 ετών, το 1962, μεταναστεύει στην Αγγλία μαζί με την οικογένειά του και μέσω Θεσσαλονίκης, από το 1982 βρίσκεται στη Λευκωσία, σε άλλη μια ξενιτιά, όπως την ονομάζει......

Ο Βάσος ξεκινά και μαζί και το βιβλίο του από την Γιαλούσα, το κατεχόμενο σήμερα χωριό στη χερσόνησο της Καρπασίας, στο οποίο δεν θέλει βεβαίως να πάει γιατί είναι ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΟ. Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, συνεχίζονται στο ασφυκτικό περιβάλλον του Μάργκεϊτ, μία λουτρόπολη στη νοτιοανατολική Αγγλία.

 Εκεί θα πάει στο γυμνάσιο, για να μετοικήσει αργότερα, μαζί με την οικογένειά του, στο Λονδίνο, όπου και θα κυλήσει η εφηβεία, τα πρώτα χρόνια μετά το 1968. Πριν την εγκατάσταση «στην ξενιτιά της Λευκωσίας», όπως γράφει και το άνοιγμα του φημισμένου εστιατορίου «Αιγαίον», θα μεσολαβήσει μία σημαντική περίοδος στη Θεσσαλονίκη το 1976-1978, όπου το ενωτικό αίτημα μπήκε στη δημόσια σφαίρα με ένα τελείως διαφορετικό πρόσωπο. Ο ενδιαφερόμενος ας διαβάσει και το «Εθνικωλογικό», κάποια από τα εκδοτικά σημειώματα  του Βάσου στην εφημερίδα που εξέδιδε την «Ένωσις» ….

Εξερευνώντας τη μνήμη του, ο Βάσος  ανασύρει βιωματικές εμπειρίες, οι οποίες παρουσιάζονται σε αυτοτελείς ιστορίες, με πρόταξη των στίχων ενός τραγουδιού. Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Καλδάρας, Τσιτσάνης, παραδοσιακά, δημοτικά,  Beatles, Kinks, Van Morrison, Rolling Stone, παρελάζουν στις σελίδες, αλλά πάνω απ’ όλα όμως βρίσκεται ο Στέλιος Καζαντζίδης…....

Το βιβλίο ξεκινά με τον φιδογητευτή παππού του Βάσου τον Ανδρέα με το  «Τι σε μέλει εσένανε», που το τραγουδούσε για να απαλύνει τον πόνο του, ατενίζοντας από τη Γιαλούσα τα βουνά του Ταύρου στη Μικρά Ασία, την πατρίδα του. Οι Γιαλουσιώτες λάτρευαν τον Καζαντζίδη, μεγάλη αγάπη βεβαίως και του συγγραφέα, που βασανιζόταν στην Αγγλία όταν άρχισε να ελκύεται από τους αγγλόφωνους με τα μπλουζ και τα γκόσπελ «του εχθρού». Έτσι “βάφτισε” Προκόπη Δυλινό τον Μπομπ Ντίλαν και Μιχάλη Ιαγουάριο τον Μικ Τζάγκερ και ησύχασε η ψυχή του......

Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός διατρέχουν το βιβλίο του Βάσου όπως και η τρυφερότητα, με την οποία θυμάται συγγενείς, συμμαθητές και φίλους, αλλά και ταλαιπωρημένους ανθρώπους που γνώρισε στις περιπλανήσεις του. Στην πρώτη ενότητα, αφιερωμένη στον παράδεισο της Γιαλούσας, ιδιαίτερη θέση κρατά ο κινηματογράφος «Ευαγόρας», το «πανεπιστήμιο» όπως το ονομάζει του χωριού. Εκεί έβλεπε μαζί με τους συμμαθητές του τις ταινίες του Κακογιάννη και φούντωνε η αγάπη τους για την Ελλάδα, εκεί γεννήθηκε το φυτώριο των νέων της Ένωσης.

Ακολουθούν οι ενότητες από τη ζωή του συγγραφέα στην Αγγλία, στη Θεσσαλονίκη και στη Λευκωσία. Δύσκολα τα πρώτα χρόνια στην πόλη Μάργκρεϊτ με την κατασκότεινη θάλασσα, τον ρατσισμό από τα «Εγγλεζούθκια», όπως χαριτωμένα ονομάζει τους βίαιους ως συνήθως συμμαθητές του. Ανάσα στη βία, στο ρατσισμό, τη ξενιτιά και τους αποικιοκράτες, οι πρώτοι φίλοι.

Στις αφηγήσεις του Βάσου από το Λονδίνο ξετυλίγεται η ιστορία της Κύπρου, ψυχή της οποίας αποτελούσαν οι γυναίκες. Αφηγήτριες παραμυθιών, πάντα με το χαμόγελο και ας δούλευαν δώδεκα ώρες «μηχανικούδες», καθάριζαν με σκούπα ακόμη και τον δρόμο έξω από το σπίτι τους, όπως στην πατρίδα. Όμοιές τους υπάρχουν «ίσως μόνο σε κάποια χωριουδάκια», όταν θα πεθάνουν, «θα χαθεί ένα μεγάλο μέρος του αυθεντικού εαυτού μας».

Στη Θεσσαλονίκη διαδραματίζεται η προτελευταία στάση του συγγραφέα, όπου λίγα χρόνια μετά την εισβολή, η ζωή του μπαίνει σε νέα μονοπάτια, συντροφιά πάντοτε με τα τραγούδια.

Στη Λευκωσία, τέλος πολλές ιστορίες διαδραματίζονται στο «Αιγαίον», την ταβέρνα-βιβλιοπωλείο και άλλα πολλά του συγγραφέα και εκδότη Βάσου κοντά στην Μαύρη Γραμμή κατοχής, ιστορίες που μας κάνουν κοινωνούς της αγωνίας και του αγώνα του για την Κύπρο, για την Ελλάδα. Υποστηρικτής της Ένωσης όλης της Κύπρου με όλην την Ελλάδα, όπως γράφει, θα κλείσει με το «Συν ένα δωρεάν» κεφάλαιο, ενθυμούμενος τον εαυτό του σε παραληρηματική κατάσταση να βλέπει την Ελλάδα και την Κύπρο να βυθίζονται. Από αυτές απέμειναν να επιπλέουν μόνο ο Απόστολος Αντρέας και ένα κομματάκι της Κέρκυρας........

Ο Έλληνας

Ο Βάσος γεννήθηκε στη Γιαλούσα «λίγους μήνες μετά το Ενωτικό Δημοψήφισμα και «θέλει να πεθάνει εκεί».  Επειδή όμως η Γιαλούσα είναι κατεχόμενη από τους Τούρκους, συμπληρώνει ότι «αλλού θα αφήσει τα κόκκαλά του».

Εργάστηκε  «στην ξενιτειά της Λευκωσίας», και κάπου κάπου ταξίδευε προς τα εδώ, στην Ελλάδα, τη χώρα που είχε λατρέψει, αλλά που ελάχιστοι συμμερίζονται την υπερβολική λατρεία του.

O Βάσος  δεν ήταν μόνο συγγραφέας, αλλά εκδότης, πασίγνωστος στην Κύπρο, λιγότερο γνωστός στην Ελλάδα. Επί χρόνια το «Αιγαίον» της ημικατεχόμενης Λευκωσίας, πέραν από γαστριμαργική απόλαυση, προσέφερε βιβλία- διαμάντια.

Παρά την πρόθεσή του να μιλήσει απλώς για ανθρώπους και πράγματα που θυμάται, άρα τα έγραψε χωρίς καμιά συγγραφική φιλοδοξία, το αποτέλεσμα είναι απολύτως επιτυχημένο , αφού το βιβλίο διαθέτει μεγάλη λογοτεχνική αξία. Πιο συγκεκριμένα το αυτοβιογραφικό βιβλίο είναι ο Βάσος  μέσα σε 216 σελίδες, αυθεντικός, αληθινός, χαρούμενος και λυπημένος, αλλά πάνω από όλα Έλληνας.

Επί προσωπικού

Τον Βάσο Φτωχόπουλο εκ Τραπεζούντας Πόντου, το γένος Πιλαφτζόγλου και εκ Γιαλλούσας Κύπρου, τον γνώρισα αρχικώς από το βιβλίο του για την Εθνική Ολοκλήρωση- Αυτοδιάθεση- Ένωση που έγραψε μαζί με τον Λάκη Πίγγουρα και τον αείμνηστο πλέον Σάββα Παύλου, το μακρινό 1983. Δε θυμάμαι ποιος που μου έδωσε το βιβλίο αυτό, αλλά το βέβαιο είναι πως μου άνοιξε νέους δρόμους, λεωφόρους κυριολεκτικά.

Αργότερα γνώρισα τον Βάσο από το περιοδικό «Αυτοδιάθεση» και περιοδικό -εφημερίδα «Ένωσις» και βεβαίως εκ του σύνεγγυς έχοντας μείνει μαζί του στην Κύπρο, στο «Αιγαίον», στο «Έρμα», στη «Γιαλλούσα»- δυστυχώς μόνο στο ομώνυμο βιβλιοπωλείο και όχι στην κατεχόμενη πατρίδα του την οποία αρνούμαστε να την επισκεφτούμε, είχα την ευκαιρία να συνεργαστούμε πολλές φορές  όπως στο αφιέρωμα για τον Πόντο μαζί με τον Χρόνη Αμανατίδη, στα βιβλία για τη Γενοκτονία, για τους συμπατριώτες μας Ιωάννη Πασσαλίδη, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Αλέξανδρο Υψηλάντη, Ιωάννη Μακρυγιάννη, και άλλα ουκ έστι αριθμός.  

Και χωρίς υπερβολή, οι συμβολισμοί, η συνέχεια του λαού μας, οι αξίες, ο πολιτισμός, η ιστορία, η αλήθεια, ο αγώνας και η αντίσταση, οι Ήρωες και οι Μάρτυρες, ο γραπτός και ο προφορικός λόγος, η ανιδιοτέλεια και η αγάπη, η πίστη στον Θεό, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Ελληνικότητας και δισεκατομμύρια άλλες έννοιες που την περικλείουν, εκφράζονται απολύτως από τον Βάσο. Έναν ωραίον ως Έλλην !

Έσχατο, αλλά όχι τελευταίο: ο Βάσος με φιλοξένησε πολλές φορές στο ταπεινό αλλά πανέμορφο σπίτι του στο Καιμακλί στη Λευκωσία και από τότε διατηρώ  μνήμες που μου έχουν μείνει αξέχαστες.

Βάσο σε ευχαριστώ που με ταξίδεψες σε άλλες εποχές, σε μέρη άγνωστα και γνωστά, παρέα με τραγούδια που κάποτε ψιθυρίσαμε και μάλλον τα έχουμε ξεχάσει, που μας επανέφερες μέσα μας στίχους και μουσικές που κάποτε μας συντρόφεψαν, τη μνήμη και την Ελλάδα μας.

Αγαπημένε μου Βάσο, καλό Παράδεισο και Καλή Ανάσταση !