Τα κειμήλια (από το ρήμα κείμαι) είμαστε κάποια κείμενα, πάλι από το κείμαι, που δεν θα αυτοπροσδιοριστούμε ως κλασσικά, μα υπάρχοντα, εσαεί παρόντα. Είμαστε,για παράδειγμα, ο «Θούριος» του Ρ. Φεραίου, ο «Ύμνος» του Δ. Σολωμού και οι «Ωδές» του Α. Κάλβου (για την ελληνική ελευθερία), η «Εννάτη Ιουλίου» του Β. Μιχαηλίδη. η «Αφήγηση του Ματρόζου για την μάχη του Γρ. Αυξεντίου στον Μαχαιρά» και το «Διάγγελμα του Τ. Παπαδόπουλου» (για την κυπριακή ελευθερία), μια «Ομιλία» του Τσε Γκουεβάρα ή του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ (για την παγκόσμια ή την φυλετική ελευθερία) και δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες άλλα κείμενα από την κυπριακή, την ελληνική και την παγκόσμια διανόηση.
Όταν, επομένως, λέμε ότι «ενθάδε κείμεθα» (εμείς τα κειμήλια – κείμενα), με το «ενθάδε» εννοούμε την ρίζα μας, την ελευθερία, την όποια μορφή ελευθερίας, επειδή η ελευθερία είναι μία -ενιαία και αδιαίρετη- και με το «κείμεθα» δεν εννοούμε ότι είμαστέ νεκροί, εδώ θαμμένοι, μα κεκοιμημένοι, ονειρευόμενοι, άνθρωποι άνω θρώσκοντες, ελεύθεροι, επειδή η ελευθερία είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης υπόστασης, που μας εξασφαλίζει την αιώνια νεότητα και την αθανασία.

