Γράφει η Εὐδοξία Αὐγουστίνου, Φιλόλογος-Θεολόγος
«Καημένο, Μεσολόγγι!», ἀναφωνοῦσε ὁ Διονύσιος Σολωμός, καθώς ἀπό τήν παραλία τοῦ νησιοῦ του ἀντίκριζε τό ἀγωνιῶν καί φλεγόμενο «ἁλωνάκι». Δονοῦνταν ὁ ποιητής ψυχικῶς ἀπό τά πυροβόλα τῶν ἀπίστων, συνέπασχε ἀναλογιζόμενος τά δεινά τῶν ἔγκλειστων ἡρώων, εὐχόταν καί προσευχόταν. Μέσα του ὅμως ἔπλαθε ὁ ὑμνητής τοῦ Ἀγώνα ἤδη τά μεγάλα ὁράματα, ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα συνέθεσε τό ὑπερούσιο οἰκοδόμημα, τό ἱερό κειμήλιο, πού μᾶς ἄφησε αἰώνια κληρονομιά μέ τόν ὀξύμωρο τίτλο «Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι». Ἀρχικά εἶχε τιτλοφορηθεῖ «Τό Χρέος» καί ἀργότερα «Ἀδελφοποιτοί».
Ὁ Σολωμός ἀπό τό 1826 αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά ὑμνήσει τόν ἡρωισμό καί τήν αὐτοθυσία τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ ἐθνικοῦ προπυργίου. Τήν ὁριστική ὅμως μορφή τοῦ ποιήματος, ὅπως σώζεται στό Β´ καί Γ´ Σχεδίασμα, τήν ἔδωσε μετά τό 1840, ἀφοῦ εἶχε πιά μορφώσει τελείως τήν τέχνη του. Ποίημα μέ μορφή τέλεια, δημιουργία ἀκέραιη δέν μᾶς παραδόθηκε. Ὅμως μέσα ἀπό τά ἀποσπάσματά του μποροῦμε νά διακρίνουμε μία ἑνότητα, ἡ ὁποία κατά τήν προσωπική μου ἐκτίμηση φαίνεται νά διαρθρώνεται ὡς ἑξῆς: