Θεοφάνης Μαλκίδης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Γεώργιος Κατσάνης, Διοικητής της 33ης
Μοίρας Καταδρομών Κύπρος 1974.
Ο Γεώργιος Κατσάνης γεννήθηκε το 1934 στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, από οικογένεια προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου στη συνέχεια ο Κατσάνης εντάχθηκε στο τμήμα στίβου του «ΓΣ Ηρακλής», με τον οποίο διακρίθηκε στα 100 και 200 μέτρα, τη σκυταλοδρομία και το άλμα σε μήκος (Το στρατόπεδο της Δ’ Μοίρας Καταδρομών στη Ρεντίνα Θεσσαλονίκης και της 35ης Μοίρας Καταδρομών στο Σταυροβούνι της Κύπρου, όπως και το κλειστό γήπεδο του «Ηρακλή» σήμερα φέρουν το όνομα Γεώργιος Κατσάνης). To 1952 εισήχθηκε στη Σχολή Ευελπίδων και το 1956 στο Σώμα Καταδρομών στο οποίο εκπαιδεύτηκε ως καταδρομέας, αλεξιπτωτιστής, αναρριχητής και χιονοδρόμος. Το 1973 μετατέθηκε στην Κύπρο με το βαθμό του ταγματάρχη, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της 33ης Μοίρας Καταδρομών (ΜΚ) με έδρα την Κερύνεια.
Κατά την έναρξη της εισβολής της
Τουρκίας στις 20 Ιουλίου 1974, η 33η Μοίρα βρισκόταν προσωρινά στη Λευκωσία και
ένας λόχος της διατάχθηκε να καλύψει το αεροδρόμιο Λευκωσίας και οι υπόλοιποι
δυο λόχοι υπό τον Κατσάνη να μεταβούν στο χώρο διασποράς της μονάδας στο
Μπέλλα-Πάις Κερύνειας. Καθ’ οδόν μετά την Κλεπίνη, η αυτοκινητοπομπή
προσβλήθηκε από τουρκικά αεροσκάφη τα οποία κατέστρεψαν το σύνολο των οχημάτων,
αναγκάζοντας τους καταδρομείς να διανύσουν τα τελευταία χιλιόμετρα πεζοί.
Την νύχτα της 20ης Ιουλίου και σε
συνεργασία με τις 31η, 32η και 34η μοίρες, η 33η Μοίρα επιχείρησε στα
μετόπισθεν των τουρκικών δυνάμεων με στόχο την κατάληψη του στρατοπέδου των
Τούρκων αλεξιπτωτιστών στο ύψωμα Κοτζά Kαγιά που βρίσκεται πάνω από το χωριό
Αγύρτα και νότια του κάστρου του Αγίου Ιλαρίωνα. Το ύψωμα αυτό στις παρυφές του
Πενταδάκτυλου ήταν στρατηγικής σημασίας καθότι ο έλεγχός του θα απέκοπτε την
κύρια οδική αρτηρία Κερύνειας – Λευκωσίας.
Η αποστολή της 33ης ΜΚ
κατά την επιχείρηση ήταν να καταλάβει τη θέση Πετρομούθια. Λίγο πριν τα
μεσάνυχτα, οι καταδρομείς προσέγγισαν το τουρκικό στρατόπεδο από τρεις πλευρές
και ακολούθησε σφοδρή μάχη εκ του συστάδην, γνωστή ως Μάχη του Κοτζά Καγιά, που
κατέληξε στην ολοκληρωτική κατάληψη του στρατοπέδου. Το πρωί της 21ης Ιουλίου
όμως, κάτω από συνεχείς τουρκικές αντεπιθέσεις, οι καταδρομείς αναγκάστηκαν να
συμπτυχθούν εξαιτίας της έλλειψης πυρομαχικών και της απουσίας ενισχύσεων
πεζικού.
Είχε ξημερώσει η 21η Ιουλίου 1974,
ήταν ημέρα Κυριακή, όπως σήμερα πενήντα χρόνια μετά. Ώρα 9η. Στη δεξιά πτέρυγα
της 33 Μοίρας Καταδρομών, ο Ταγματάρχης Γεώργιος Κατσάνης, προσπαθεί να
εξουδετερώσει την τουρκική αντίσταση βοηθούμενος από τέσσερις καταδρομείς.
Άλλες ομάδες καταδρομέων κάλυπταν πιο πίσω, χωρίς όμως οπτική επαφή με το
σημείο, προφανώς λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους στη συγκεκριμένη περιοχή του
Αγίου Ιλαρίωνα.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο Διοικητής
της Μοίρας σηκώνεται και προσπαθεί να λάβει προωθημένη θέση μάχης. Και ενώ όλοι
στόχευαν μπροστά προς το μέρος των Τούρκων εισβολέων, σφαίρα ελεύθερου
σκοπευτή, προερχόμενη από την άλλη πλευρά του βράχου, κτυπάει το Διοικητή από
αριστερά.
Τη στιγμή που ο Γεώργιος Κατσάνης
έπεφτε στο έδαφος, συνεχείς ριπές αυτομάτων όπλων γάζωναν κυριολεκτικά το
σημείο εκείνο για αρκετά λεπτά. Η προσπάθεια να στραφούν τα πυρά των
συμπολεμιστών του προς τα αριστερά, έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι
τους καθήλωσαν με καταιγισμό πυρών και ο βράχος έγινε διάτρητος από τις
εκατοντάδες σφαίρες που δέχθηκε.
Επανειλημμένες και απεγνωσμένες
προσπάθειες δυο καταδρομέων από την ομάδα των τεσσάρων να προστρέξουν και να
βοηθήσουν το Διοικητή απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν άμεσα.
Ένας απ’ αυτούς, στην τελευταία προσπάθειά τους, τραυματίζεται και αποχωρεί.
Για δεκαπέντε λεπτά, όλοι αμήχανοι, απεγνωσμένα προσπαθούν ν’ αποφύγουν το
θάνατο, ώσπου οι καταδρομείς διέφυγαν από το φονικό σημείο.
Η μάχη κράτησε για άλλες δυο ώρες σε
άλλα σημεία του Αγίου Ιλαρίωνα, χωρίς οι Καταδρομείς να κατορθώσουν να
προχωρήσουμε προς το σημείο όπου βρισκόταν το νεκρό σώμα του Διοικητή, ενώ στη
συνέχεια ακολούθησαν τα τμήματα που άρχισαν εντωμεταξύ να οπισθοχωρούν.
Όσο περνούσε ο χρόνος, όλοι
συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο γενναίος πολεμιστής, ο άξιος
Διοικητής, είχε περάσει την πύλη των αθανάτων.










.jpeg)




