
Θεοφάνης
Μαλκίδης
Διδάκτορας
του Παντείου Πανεπιστημίου, μέλος της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών των
Γενοκτονιών
Το καθήκον μας για την αναγνώριση της Γενοκτονίας
Από τις συνεντεύξεις σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς
Η έννοια «γενοκτονία», από τις ελληνικές
λέξεις γένος και κτείνω (φονεύω) εκφράζεται για πρώτη φορά το 1944 από τον
διασωθέντα του Ολοκαυτώματος Ραφαήλ Λέμκιν , ο οποίος για να στηρίξει τα επιχειρήματά
του αναφέρθηκε και στη μαζική εξόντωση των Ελλήνων και των
Αρμενίων. Η Γενοκτονία αποτέλεσε και το
κύριο όρο στο κατηγορητήριο για τη Δίκη
της Νυρεμβέργης, όπου καταδικάστηκαν οι Ναζί.
Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της
Νυρεμβέργης η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ασχολείται το 1946, με το ζήτημα της «
πρόληψης και της καταστολής του εγκλήματος της Γενοκτονίας» επιφορτίζοντας το
Οικονομικό και το Κοινωνικό συμβούλιο,
την επιτροπή ανθρωπίνων
δικαιωμάτων και μία επιτροπή από ειδικούς, στους οποίους ανήκε και ο Λέμκιν να αναλάβει την εκπόνηση
μελέτης εν όψει της προετοιμασίας
ενός σχεδίου σύμβασης για τη γενοκτονία. Το σχέδιο σύμβασης ψηφίστηκε από τα
μέλη του ΟΗΕ το 1948
ως Συνθήκη για την πρόληψη και
την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας.
Σύμφωνα με τη συνθήκη (άρθρο 2 ), «Γενοκτονία σημαίνει οποιαδήποτε από τις
ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με την πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή
εν μέρει, μίας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας
α) ανθρωποκτονία μελών της ομάδας, β) πρόκληση βαρείας σωματικής ή διανοητικής
βλάβης σε μέλη της ομάδας γ) με πρόθεση επιβολή
επί της ομάδας συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική
καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει, δ) επιβολή μέτρων που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση
των γεννήσεων εντός της ομάδας ε) δια της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε
άλλη ομάδα».
Η Γενοκτονία σύμφωνα με τη Συνθήκη αφορά
ένα έγκλημα που αποβλέπει στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα,
επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή τμήματος αυτής σε ορισμένο τόπο και
πρόκειται για ένα έγκλημα, το οποίο δεν
έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Είναι η καταστροφή ενός έθνους ή μιας
εθνικής ομάδας, ένα συντονισμένο σχέδιο που τείνει να καταστρέψει τα θεμέλια
της ζωής των εθνικών ομάδων, με στόχο να εξοντωθούν.
Το ελληνικό έθνος
έχει πλέον του ενός εκατομμυρίου θύματα
από τη Γενοκτονία που υπέστη από τους τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς. Το
δυστύχημα είναι ότι επειδή το έγκλημα
δεν τιμωρήθηκε, επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τους μαθητές των
παραπάνω, τον Χίτλερ και τους Ναζί. Από την Τραπεζούντα και τη
Σμύρνη δηλαδή, φτάσαμε στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο!
Γράφω στο βιβλίο μου για τη Γενοκτονία,
βιβλίο το οποίο έχει μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες, ότι «ο Ελληνισμός για σχεδόν δύο
δεκαετίες αντιμετώπισε το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης που κατέληξε σε Γενοκτονία.
Εξόντωση την οποία αρνείται πεισματικά το κράτος- θύτης , δηλαδή η
Τουρκία και αδιαφορεί για αυτήν υπονομεύοντάς την, το κράτος – θύμα», δηλαδή η
Ελλάδα.
Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία
αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή σε ότι αφορά ένα κράτος που αρνείται
ότι πραγματοποίησε τη Γενοκτονία. Τιμά τους πρωτεργάτες του εγκλήματος εναντίον
των Ελλήνων, τους Νεότουρκους και τον
Μουσταφά Κεμάλ, δεν αποδέχεται τη Γενοκτονία και εγκαλεί τους Έλληνες για τον
αγώνα αναγνώρισης. Επιπλέον προσπαθεί να αλλοιώσει την πραγματικότητα και να
εκφοβίσει ή ακόμη και να δολοφονήσει τους ανθρώπους που ενεργούν για την
αποκάλυψη της Γενοκτονίας και της τουρκικής ευθύνης. Το παράδειγμα της
Γερμανίας που αναγνώρισε το Ολοκαύτωμα θα μπορούσε να της δώσει μία άλλη πολιτική
στάση, αυτό όμως δυστυχώς δεν πρόκειται να γίνει.
Από την άλλη πλευρά, το ελλαδικό κράτος, αν δούμε το παράδειγμα
της Αρμενίας, έρχεται σε πλήρη αντίθεση
με ό,τι θα περιμέναμε από ένα θεσμικό δημιούργημα που σεβόταν το μαζικό έγκλημα
και θα αγωνιζόταν για την αναγνώρισή του. Πως μπορεί να δικαιολογηθεί η οργανωμένη
προσπάθεια αλλοίωσης και ουσιαστικής κατάργησης
της ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας, καθώς και η απουσία, η αδιαφορία και
η ολιγωρία για το ζήτημα ανάδειξης της
Γενοκτονίας εντός και εκτός Ελλάδας;
Μπροστά στην άρνηση, την προπαγάνδα και τη
στασιμότητα, το αίτημα για την μνήμη, τη δικαιοσύνη, την ιστορική αλήθεια και την
αναγνώριση της Γενοκτονίας, το αναδεικνύουν Έλληνες και Φιλέλληνες σε όλον τον
κόσμο. Έτσι μετά από πρόταση του
αείμνηστου Μιχάλη Χαραλαμπίδη το 1994, αναγνωρίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων, η 19η Μάιου ως ημέρα μνήμης και μέχρι
σήμερα η Γενοκτονία έχει αναγνωριστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής
Δημοκρατίας, από τα κοινοβούλια της Σουηδίας, της Αρμενίας, της Ολλανδίας και
της Αυστρίας, από τα ομοσπονδιακά κοινοβούλια της Νέας Νότιας Ουαλίας και της
Νότιας Αυστραλίας, από πολιτείες και
δήμους των ΗΠΑ, του Καναδά της Ιταλίας.