Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ιωάννης Μακρυγιάννης


    Ο ΗΡΩΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ



 Μία επιστολή του Στρατηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 ΙΩΑΝΝΗ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ (1794 Αβορίτη Δωρίδος-1864 Αθήνα),-ενός όντως φιλαλήθους και ειλικρινούς Έλληνα με σχετικό με αυτήν απόσπασμα των Απομνημονευμάτων του και με τα ερωτήματα :

Τί άλλαξε εις την χριστιανικήν  μας πατρίδα εις τα 170 και πλέον έτη από την ως κατωτέρω εκτεθειμένην ρεαλιστικήν κατάστασιν;

Ποία είναι η ανθρωπιστική, πολιτισμική, οικογενειακή, θρησκευτική και πολιτική μας έκτοτε εξέλιξις-κατάντημα;;;

Την απάντησιν ας την δώση ο καθείς  εις τον εαυτόν του, κατόπιν μεγίστης περισκέψεως αλλά καλόν και ωφέλιμον είναι να μη περιορισθή μόνον εις αυτά, και να κάμνη παραλληλισμόν του βίου και συμπεριφο-ράς του ήρωος  Ι .Μακρυγιάννη,του γέρου του Μοριά και άλλων αγνών και ανιδιοτελών Ηρώων της Έθνικής μας Παλιγγενεσίας με τους σημερινούς .

(Το πραγματικόν επίθετον του Στρατηγού ήτο Τριανταφυλλοδημήτρης. .Το επίθετον Μακρυγιάννης έλαβε από τους συμπολεμιστάς  του λόγω του υψηλού αναστήματός του).




               Επιστολή προς Βασιλέα   ( 1834 )

(Εκ της εφημερίδος «Εθνική», αριθ. 22/ 23.12.1834)



               Βασιλεύ !

Ως ένας και εγώ   αγωνιστής εις τα περασμένα  δεινά της πατρίδος μου,  εγνώρισα εις πολλά μέρη ανδρείους στρατιωτικούς και τιμίους πο-λίτας, όπου  εθυσίαζον και την κατάστασίν τους και την ιδίαν ζωήν τους με μεγάλην ευχαρίστησιν δια να ιδούν μίαν ημέραν την πατρίδα τους ελευθέραν. Πολλοί από αυτούς εσκοτώθηκαν εις τον πόλεμον· άλλοι έμειναν  αιχμάλωτοι και άλλοι επληγώθησαν, και τώρα μετά την ελευ-θέρωσιν της πατρίδος τούς βλέπω να περπατούν εις τους δρόμους γυμνοί και ξυπόλυτοι· βλέπω χήρας και ορφανά να ζητούν έλεος, δια να παρηγορήσουν την πείνα τους, και με δάκρυα εις τα μάτια να περιφέ-ρωνται και να προξενούν εντροπήν εις την αχάριστον πατρίδα,δια την οποίαν έχασαν τους άνδρας των, έχασαν τους γονείς των. Εκείνοι οπού τούς  γνωρίζουν και ημπορούν να πληροφορήσουν την Κυβέρνησιν, κρύπτουν την αλήθειαν και φροντίζουν μόνον να δώσουν τας αντα-μοιβάς εις τους δούλους και κόλακάς των, εις ανθρώπους αναξίους εις τους οποίους η πατρίς δεν γνωρίζει  κανένα χρέος. Εις μεν τους καλούς και δυστυχείς αγωνιστάς λέγουν ότι η πατρίς είναι πτωχή, εις δε τους κόλακάς των την αποδεικνύουν πλουσίαν. Εάν είναι πτωχή,καθώς και είναι βέβαια, έπρεπε να είναι πτωχή είς όλους, και όχι μόνον διά εκείνους, όπου εδοκίμασαν τόσους  αγώνας και ήλθαν είς ελεεινήν κατάστασιν δια την ελευθερίαν της. Η τοιαύτη αδικία κάμνει σήμερον πολλούς Έλληνας να αγανακτούν εναντίον της πατρίδος και να βλέ-πουν ο ένας τον άλλον ως εχθρόν χειρότερον από τον Τούρκον.

Εγώ όμως, Υψηλή Αντιβασιλεία, δεν είμαι άδικος, αλλά ως ευ-αίσθητος είς την δυστυχίαν τόσων αγωνιστών, παρακινούμαι να φανε-ρώσω την αδικίαν προς την κυβέρνησίν μου, την οποίαν μετά Θεόν σε-βομαι και τιμώ και αγαπώ, καθώς χρεωστεί να κάμνη κάθε άνθρωπος αφοσιωμένος είς την πατρίδα του. Αν η πατρίς μας είναι πτωχή, διατί εμείς μερικοί  Έλληνες να παίρνωμεν από χίλιες δραχμές και κάτω τον μήνα, οι δε συνάδελφοι μας να ψωμοζητούν και να περιπατούν γυμνοί και ξυπόλυτοι;  Δια την τιμήν και υπόληψιν και της πατρίδος και του Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον να κόψωμεν ένα μέρος από τον μισθόν μας, δια να δοθή και εις αυτούς τους δυστυχείς. Εγώ, όταν  επληγώθη  εις τους Μύλους  του Ναυπλίου, έλαβα δώρον από την πατρίδα μου, το οποίον είναι περίπου εκατόν πενήντα δραχμάς τον μήνα· τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαίον μισθόν, δηλ. σχεδόν  τριακοσίας εβδομή-κοντα δραχμάς. Όθεν εγώ πρώτος παρακαλώ την Αντιβασιλεία να διατάξη να κοπή αυτός ο μισθός όλος, έως ότου η Κυβέρνησις να λάβη καιρόν να ευθετήση τα πράγματα και να τα θεραπεύση κατά το καλύτερον, και να με δοθούν πάλιν κατά μήνα αι εκατόν πενήντα δρχ. εκείναι, καθώς εξαρχής μ’ έκρινεν άξιον η πατρίς μου·ο δε μισθός μου ας δοθή εις άλλους δυστυχείς συναγωνιστάς μου, των οποίων η γύμνω-σις και απελπισία, μα την πατρίδα μου και μα το Βασιλέα μου, δεν μ’ αφήνει  να κοιμηθώ ησύχως όλην την νύχτα. Αν δεν είχα τόσην φαμί-λιαν, αν δεν ήμουν ασθενής τον περισσότερον καιρόν, και αν δεν είχα ικανά χρέη, δεν ήθελα να δώσω και αυτό το ολίγον βάρος εις την πατρί-δα μου. Δεν είναι αμφιβολία, ότι όλοι οι Έλληνες έχουν καλά αισθή-ματα  και μεγάλην αγάπην εις τον Βασιλέα μας· επιθυμώ όμως να μη υπάρχη κανένας, όπου να νομίζη, ότι έχει δίκαια παράπονα εις την αθω-ότητά του και εις την καλωσύνην του· επιθυμώ  να είναι όλοι ευχαρι-στημένοι από την πατρίδα, και να μη είναι εις άλλους πτωχή η   πατρίς εις άλλους πλουσία· αλλά να ανταμείψη όλους εκείνους, οπού έπαθαν δια την ελευθερίαν της. Παρακαλώ με το ανήκον σέβας την Αντιβασιλείαν, αφού διατάξη από το παρόν την παύσιν του μισθού μου, να με δίδεται το παλαιόν της πατρίδος σιτηρέσιον.

                                                   Εν Αθήναις τη 15 Δεκεμβρίου 1834

                                                              Ιωάννης Μακρυγιάννης



Ακολουθεί η εκ των υστέρων υπό του ιδίου Στρατηγού καταγραφή της ανωτέρω πράξεως  εις τα Απομνημονεύματα του (ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, Εισαγωγή-Σχόλια Σπυρίδωνος Ι.Ασδραχά, Εκδ. οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ, Πανεπιστημίου 34 Αθήνα-νέα δ/νσις Σκουφά 58, Αθήνα), ως το κατωτέρω απόσπασμα:



»…Όταν ήρθε η Κυβέρνηση εδώ (σημ .εννοεί την Αθήνα), ήρθαν και πολλοί αγωνισταί  πεθαμένοι της πείνας και κατεξοχή αξιωματικοί. Είδαν οπού έφκιασα αυτό το σπίτι, έλπιζαν ότι μόδωσε κανένας πλούτη, άλλος είκοσι τάλαρα, άλλος δέκα κι’ άλλος απάνου κι’ άλλος κάτου. Τέλος πάντων κι’ εγώ καταχρεωνόμουν και τους  ανθρώπους δεν μπορούσα να τους ευκαριστήσω σε όλη την αίτησιν τους· τους έδινα ό,τι μπορούσα κι’ αντίς να τους έχω φίλους τούς έπιανα οχτρούς. Είχα κι’ ένα μήνα όπου άρχισα να παίρνω μιστόν του βαθμού μου, καθώς και οι άλλοι· έπαιρνα τρακόσες εξήντα δραχμές Είδα αυτό, και πέθαιναν και οι άνθρωποι εις τα παλιοκλήσια, οπλαρχηγοί κι’ άλλοι, κι ’από την πείνα κι ΄ από το  κρύον, τότε στοχάστηκα: Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κι’ εμείς να πλερωνόμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμεν την λευτεριά; Να κόψωμεν  κι’ εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί! Ειδέ ξίκι να γένη και σ’ εμάς! Τότε φκιάνω μίαν αναφορά και λέγω· « Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείνα και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες των σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν οπού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπή όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι’ ορφανά των σκοτωμένων. Κι’ εγώ, επειδήτις και χρωστώ ξένα χρήματα κι’ έχω και φαμελιά, διατάξετε να μου δοθή το μικρόν δώρον οπού αποφάσισαν όλες οι Κυβερνήσες όταν πληγώθηκα εις τους Μύλους του Αναπλιού, οπού είναι ως εκατόν εξήντα πέντε δραχμές, να ζήσω κι’ εγώ με την φαμελιά μου όσο η Κυβέρνηση να δικιώση όλους τους αγωνιστάς, και μεράστε τους τον μιστόν μου των δυστυχισμένων αγωνι-στών». Έδωσα την αναφορά μου εις την Αντιβασιλείαν και το’ βαλα και εις τον τύπον να παρακινηθούν κι’ άλλοι.

Και συνεχίζει ο Μακρυγιάννης εις τα Απομνημονεύματά του:

»…Τότε πάγει ο Κωλέτης και λέγει της Αντιβασιλείας· «Αυτός οπούκαμεν αυτό μαζώνει όλους τους αδικημένους και θα κάμη απανάστασιν» -κι αν μούρθε παρόμοια ιδέα, να’ χω την κατάρα της πατρίδος! Και δίνει γνώμη να με πιάσουν να με στείλουν εις το Παλαμήδι να με φυλακώσουνε». Έρχεται ο διοικητής ο Αξιώτης, ο φρούραρχος, ο γκενεράλ Πίζας μ’ ανακρένουν  πώς τόκαμα αυτό και ποιος με διέταξε. Τους λέγω κι’ εγώ· «Το κεφάλι μου  με διέταξε, όταν ήταν τα μεσάνυχτα, οπού ήταν πολλά ήσυχα, και τόκαμα. Εκλείστηκα εδώ εις το κάστρο μ’ εκατόν είκοσι οχτώ ανθρώπους και  γλίτωσαν σαράντα μόνον κι’ αυτήνοι καταπληγωμένοι. Ήρθα εις τον Φαληρέα με περίπου από οχτακόσους και σκοτώθηκαν οι μισοί. Εκεί όπου δυστυχούν οι γυναίκες και τα παιδιά εκεινών ας δυστυχήσουνε και τα δικά μου παιδιά!» Σηκώθηκα και πήγα εις τον αγαθόν Βασιλέα και τον βάσταξα απάνου από μίαν ώρα. Του ξηγή-θηκα πώς σηκώσαμεν ντουφέκι των Τούρκων και πόσο μας ωφέλησαν και πόσο μας ζημίωσαν οι δικοί μας πολιτικοί και να ιδή την κατάστασιν του κράτους του, αν θέλη μίαν ημέρα να βασιλέψη. «  Κι’ εγώ λυπούμαι τους δυστυχείς και δια την ησυχίαν του κράτους  σου, όπου είναι η πατρίδα μου, έκοψα το ψωμί από τα παιδιά μου να το δώσω των φτωχών αγωνι-στών». Τότε πήρε την ευκαρίστησιν και μου είπε να πάγω να τα ειπώ  και της Αντιβασιλείας αυτά. Και πήγα και τα είπα. Και διάταξαν κι’ έγινε μια ξεκονόμηση εις τους αγωνιστάς και χήρες κι’ αρφανά των σκοτωμένων. Μού είπαν να τα πάρω να τα μεράσω εγώ, δεν θέλησα· είπα να τα μεράση ο Δεσπότης και οι παπάδες. Κι’ έτζι έγινε. Κι’ ο Βασιλέας σηκώθη την αυγή και πήγε εις το συμβούλιον της Αντιβασιλείας, οπού δεν ματαείχε πάγει. Και με γλίτωσε ο Βασιλέας  από τους απατεώ-νες, οπού θα μ’ έχα-ναν αδίκως δια να θέλω να κάμω καλό. Τέτοιοι ανθρωποφάγοι είμαστε εμείς, και δια εκείνο ήμαστε σκλάβοι  τόσους αιώνες εις τους Τούρκους  - κι’ εμείς παιδιά αυτηνών είμαστε και την αρετή τους έχομεν. Εμείς να ζούμεν καλά και οι άλλοι ας χαθούνε – κι’ όποιος τούς βοηθήση να τον χάσουμεν κι’ εκείνον!