Μια ιστορία από τα παλιά.
Όταν ήμουν στην ΚΦ ΚΑΡΤΕΡΙΑ κάναμε την περιπολία στο Ανατολικό Αιγαίο και συχνά «πιάναμε» στην Αλεξανδρούπολη, τότε που ήταν "ροκ" και όχι της μόδας όπως είναι τώρα. Τότε στο πλοίο υπηρετούσαμε πάνω κάτω 70 άτομα. 7 Αξιωματικοί(Με τον Κυβερνήτη), 30 Υπαξιωματικοί και 30 στρατεύσιμοι Ναύτες.
Στην Αλεξανδρούπολη, σχεδόν πάντα, κατά τον κατάπλου μας περίμενε ο πατέρας Αναστάσιος που είχε και VHF στην κρεβατοκάμαρα, και στο σχολείο που ήταν Διευθυντής και όπου αλλού μπορεί να φανταστεί κανείς και όταν άκουγε «Λιμεναρχείο Αλεξανδρουπόλεως, το Πολεμικό» στο κανάλι 12 τα άφηνε όλα και έτρεχε στο λιμάνι, ήθελε να είναι ο πρώτος που θα καπελώσει κάβο.
Ήταν ο πρώτος επισκέπτης, πίναμε καφέ, καμμιά φορά έτρωγε μαζί μας και ρωτούσε τι μπορεί να κάνει για το πλοίο και το πλήρωμα. Έπρεπε να στείλουμε κάποιον πίσω θα τον πήγαινε στον σταθμό η το αεροδρόμιο με το αυτοκίνητό του. Θέλαμε να στείλουμε κάποιον στο γιατρό το ίδιο. Έκανε με την καρδιά του ότι θα περίμενε κανείς να κάνει ένας ατζέντης και πολλά παραπάνω χωρίς να εμπλέκονται χρήματα και όπου εμπλέκονταν χρήματα φρόντιζε να μην μας εκμεταλλευθεί κανείς. Υπήρχαν ανώνυμοι δωρητές και όπου δεν υπήρχαν δωρητές φρόντιζε οι τιμές να είναι όπως για τους ντόπιους.
Συχνά μας ξεπροβόδιζε ξεκαπελώνοντας τους κάβους και μας σταύρωνε καθώς απομακρυνόμαστε.
Μία φορά μας πρότεινε να πάμε εκδρομή σε ένα χωριό που μόλις είχαν ανακαινίσει ένα κέντρο νεότητας και θα έκαναν γιορτή. Θεώρησε σωστό να μας παρουσιάσει στα παιδιά και να ανταλλάξουμε δύο τρεις κουβέντες και εμείς όχι μόνο δεν θέλαμε να του χαλάσουμε το χατίρι αλλά συγκινηθήκαμε κιόλας.
Σε αυτήν την επίσκεψη γνώρισα έναν από τους ανώνυμους δωρητές, τον Στάθη, γιατί μας πήγαινε με το αυτοκίνητό του. Οδηγούσε ο πατέρας Αναστάσιος με ταχύτητα μάχης, για να μην χάσουμε χρόνο από την εξόδου μας και να είμαστε και στο πλαίσιο της ετοιμότητας, υπό τον ήχο ψαλμών από το Άγιο Όρος στο CD player, ενώ στο πίσω κάθισμα με πέντε ταψιά μπιφτέκια στα πόδια, για να τα ψήσουν στην εορτή, κάθονταν δίπλα μου ο Ύπαρχος και ο Α Μηχανικός. Στο πορτ μπαγκάζ είχε και άλλα τρόφιμα. Θυμάμαι ότι με την μυρωδιά του ωμού κρέατος, το τζιπ να πηγαίνει με χίλια και την λειτουργία στο στερεοφωνικό, αστειευόμαστε λέγοντας ότι τουλάχιστον εάν πάμε από αυτοκινητιστικό σήμερα, θα πάμε χορτάτοι και διαβασμένοι. Γέλαγε και ο πατέρας Αναστάσιος.
Στον δρόμο λοιπόν ο Πατέρας Αναστάσιος έδειχνε στον Στάθη διάφορα σπίτια και ένα δύο σχολεία και έλεγε. Στάθη εκεί μένει η τάδε ηλικιωμένη χήρα στάζει η στέγη, θα στείλεις συνεργείο; Στάθη να το σχολείο που σου έλεγα, δεν δουλεύει η θέρμανση θα στείλεις τεχνίτη; Στάθη εκεί μένει εκείνος ο παππούς που σου έλεγα χρειάζεται βοήθεια θα στείλεις νοσοκόμα; Και άλλα τέτοια.
Σε κάποια φάση κατάφερα να μιλήσω κατ΄ ιδίαν με τον Στάθη και τον ρώτησα τι ακριβώς συμβαίνει. Η απάντηση του Στάθη ήταν: «Ο Θεός μου έδωσε τόσα πολλά, να μην δώσω και εγώ πίσω;»
Ο Πατέρας Αναστάσιος ήταν και Διευθυντής του Τεχνικού Λυκείου, εάν θυμάμαι καλά. Έλεγε ότι έχει χρησιμοποιήσει διάφορα προγράμματα της ΕΕ και κρατούσε τα παιδιά στο σχολείο απασχολημένα με μαθήματα, επιμόρφωση και αθλητισμό μέχρι τις 8 το βράδυ που επέστρεφαν σπίτι για να φάνε, να ξεκουραστούν και να είναι με την οικογένειά τους, γιατί τότε μαζεύονταν και οι γονείς τους που ήταν μεροκαματιάρηδες. Στο μόνο που είχα διακρίνει ένα είδος υπερηφάνειας στην έκφρασή ήταν στο ότι «δεν έχω «χάσει» κανένα παιδί μου με ναρκωτικά και παρέες».
Ο πατέρας Αναστάσιος είχε ονομάσει τον γιό του Νικόλαο λόγω του ΠΝ.
Μέσα σε όλη την πλαστικοποίηση αισθημάτων, τελετών και την απαξιωτική προσέγγιση της Υπηρεσίας που χαρακτηρίζεται ως επάγγελμα, μνήμες σαν και αυτές θυμίζουν γιατί υπηρετεί κανείς και τι υπηρετεί κανείς, αρκεί να τον αφήσουν να υπηρετήσει, και θυμίζουν ότι δεν είναι και μόνος του, υπάρχουν και άλλοι.
Ελπίζω να είναι καλά ο πατέρας Αναστάσιος και η οικογένεια του, και αν παρακολουθεί αυτήν την σελίδα η ανάρτηση είναι και ένα μεγάλο ευχαριστώ σε εκείνον και σε όσους υπηρετούν και υπηρέτησαν, εντός ή εκτός Ναυτικού, παρά τις δυσκολίες.
