Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Από τον Έβρο στη Σύρο


Δ. Χάλαρης Από τον Έβρο στη Σύρο. Σύρος 2010


Από τη εισαγωγή του Φ. Μαλκίδη στο βιβλίο


"....Μία από τις παιδοπόλεις που λειτούργησε την περίοδο εκείνη ήταν και αυτή της Σύρου. Εκεί πολλά παιδιά του νομού Έβρου, από τους Μεταξάδες, τη Ζώνη, και άλλους οικισμούς του νομού Έβρου, αφού άφησαν τις οικογένειές τους, με πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού, έφτασαν στη Σύρο, όπου έζησαν με στερήσεις. Εκεί στη φιλόξενη για ακόμη μια φορά Σύρο, η οποία αποδείχτηκε η κατάλληλη για να δεχτεί διωκόμενους Έλληνες και γενικώς κατατρεγμένους ανθρώπους, βρήκαν καταφύγιο τα πιο αθώα θύματα του εμφυλίου πολέμου.
Τα παιδιά αυτά, μοιράστηκαν τη φτώχεια της μεταπολεμικής- μετεμφυλιακής Ελλάδας, με τους ντόπιους και προσπάθησαν να δαμάσουν την πείνα τους μαζί με τους Συριανούς και τις Συριανές, τους ανθρώπους που πλήρωσαν βαρύτατο φόρο αίματος με χιλιάδες νεκρούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το βιβλίο του Δημητρίου Χάλαρη μας εισάγει σε ένα κόσμο, ο οποίος, πλην εξαιρέσεων, μας είναι εν πολλοίς άγνωστος και φορτισμένος ακόμη. Το βιβλίο διανθισμένο με βιώματα που είναι και ανεκτίμητες μαρτυρίες, αφηγήσεις, φωτογραφίες και γνώση του χώρου, μας δημιουργεί το πλαίσιο για να κατανοήσουμε την παιδόπολη της Σύρου και τη διαβίωση των παιδιών του Έβρου.
Η ανάλυση επικεντρώνεται στα παιδιά που προέρχονται από το νομό Έβρου, στα παιδιά που έζησαν με αρκετό πόνο τον εμφύλιο πόλεμο και το χωρισμό. Από το βιβλίο του Δημητρίου Χάλαρη προκύπτουν σημαντικά στοιχεία και χρήσιμα συμπεράσματα. Η λειτουργία της παιδόπολης, η εγκατάσταση των μικρών παιδιών από τον Έβρο, η σχέση τους με τους ντόπιους και τέλος η διαχρονική σταθερά και αξία της Σύρου και των ανθρώπων της. Της φιλοξενίας. Από τους Έλληνες της Χίου το 1822, τους Έλληνες της Μικράς Ασίας εκατό χρόνια αργότερα, μέχρι τα παιδιά του Έβρου, η Σύρος και οι άνθρωποι της, αποδεικνύει αυτό που επιθυμούμε να βρούμε στις δοκιμασίες και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μας. Αλληλεγγύη, συντροφικότητα, παρηγοριά, φιλανθρωπία, υποστήριξη, ανιδιοτελή και ανυπόκριτη αγάπη, καλοσύνη, στοργή προς τα παιδιά"

Από τον Έβρο στη Σύρο




Από τον Έβρο στη Σύρο.
Ο εμφύλιος πόλεμος και οι παιδοπόλεις.
Ένα βιβλίο του Δ. Χάλαρη (Σύρος 2010) που φωτίζει τη ζωή των παιδιών του εμφυλίου πολέμου
1. Ο εμφύλιος
Ήταν το 1948, αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ελλάδα έμπαινε στη δίνη του Εμφυλίου. Μέσα στην αναταραχή του, 25.000 παιδιά αποσπάστηκαν από τις εστίες τους για να μεταφερθούν σε «παιδουπόλεις», 52 συνολικά σ' όλη τη χώρα. Τότε, ξεκινούσε και το αρματαγωγό «Σάμος» του Πολεμικού Ναυτικού για να μεταφέρει παιδιά από τους Μεταξάδες και τη Ζώνη του Έβρου στη Σύρο.
Εξήντα χρόνια μετά, ένα από τα παιδιά αυτά, ο Αναστάσιος Τερζούδης, μεγάλος πια, επέστρεφε ξανά στη Σύρο, για προσκύνημα. "Ξετυλίγοντας" τις μνήμες του, έλεγε: «Όταν μας έφερε το πλοίο στο νησί πήγαμε με τα πόδια στο σημερινό Βαρδάκειο και Πρώιο νοσοκομείο. Ήταν συνεργείο, που μας γδύσανε. Κάναμε ντους και μας έδωσαν ρούχα καθαρά, καινούρια και φορέσαμε. Μετά, μας έβαλαν σε αυτοκίνητα και μας πήγανε στην Ποσειδωνία. Το κτίριο ήταν στολισμένο με κλαδιά από φοίνικες. Nομίζαμε πως γιόρταζε η εκκλησία. Μας έβαλαν σε θαλάμους, όταν φτάσαμε εδώ και όσοι δεν χωρούσαμε μας τοποθέτησαν στη λέσχη των πλουσίων. Από το χωριό Μεταξάδες είμαστε 33 παιδιά, όλα αγόρια. Σύνολο που ήρθαμε είναι 142 παιδιά. Και άρχισε η ζωή μας, όπως στο στρατό: πρωί προσευχή, έπαρση σημαίας, ρόφημα και όλα τα σχετικά για τη συντήρησή μας. Ζούσαμε καλά γιατί έφυγε ο φόβος και μας περιποιόντουσαν. Κάναμε μπάνιο στις Αγκαθωτές. Πήγαμε και σε σχολεία. Εγώ έβγαλα δύο τάξεις, την πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού».
Αυτή την ιστορία διηγήθηκε ο κ. Τερζούδης στο Δημήτρη Χάλαρη, αδελφό του ξενοδόχου, που πριν από τρία χρόνια τον φιλοξένησε στο νησί. Η τυχαία αυτή συνάντηση στάθηκε αφορμή για τον κ. Χάλαρη, ιστορικό και συγγραφέα, ώστε να ξεκινήσει μια μεγάλη προσπάθεια συγκέντρωσης σχετικού υλικού, πληροφοριακού και φωτογραφικού.

2. Το βιβλίο

Κάποια στιγμή, προσκλήθηκε σε ραδιοφωνική εκπομπή από την πρόεδρο του Συλλόγου Βορειοελλαδιτών Σύρου, Ουρανία Πανταζή, η οποία κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη, η οποία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα. Έτσι αποφασίστηκε η έκδοση του πολύτιμου υλικού σ' ένα ενιαίο σύγγραμμα, με τον τίτλο «Τα βάσανα μικρών ανθρώπων. Από τον Έβρο στη Σύρο. Παιδουπόλεις».
Κατά την αναζήτηση χορηγών, η νομαρχία Έβρου ανταποκρίθηκε θετικά, καθώς άλλη μια σύμπτωση έκανε την εμφάνισή της. Ο πατέρας του νομάρχη Νίκου Ζαμπουνίδη, ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα παιδιά. Ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου: «Τα 'βάσανα μικρών ανθρώπων' για τους περισσότερους αναγνώστες του παρόντος βιβλίου θα είναι η ιστορία μιας προηγούμενης γενιάς και θα αναφέρονται στη ζωή άγνωστων παιδιών. Για μένα, όμως, είναι μέρος της προσωπικής μου ιστορίας. Αφορά τον τόπο μου και το σπίτι μου. Αφορά τον τόπο μου, αφού η περιοχή μου αποτέλεσε μια από τις 'βόρειες επαρχίες', από τις οποίες πλήθος μικρών παιδιών αποσπάσθηκαν και μεταφέρθηκαν σε παιδουπόλεις. Αφορά το σπίτι μου, επειδή ένα απ' αυτά τα παιδιά που έζησαν στην παιδούπολη της Σύρου ήταν ο πατέρας μου. Μόνο από το χωριό μου, τη Ζώνη, συγκεντρώσαμε είκοσι επτά ονόματα παιδιών που πέρασαν την παιδική τους ηλικία, τα χρόνια μιας πρόωρα χαμένης αθωότητας, στην παιδούπολη της Σύρου».
Για τις παιδουπόλεις της Σύρου, στην Ερμούπολη και την Ποσειδωνία, η κ. Πανταζή επισημαίνει ότι «σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες, τα παιδιά βρήκαν μια ανθρώπινη αγκαλιά, φαγητό και καλές συνθήκες, κάτι που δεν συνέβαινε και σε άλλες παιδουπόλεις».
Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι έχουν εκδοθεί βιβλία και έχουν γυριστεί ταινίες που κάνουν λόγο για άσχημες εμπειρίες παιδιών σε άλλες παιδουπόλεις της Ελλάδας. Αποδίδει εξάλλου τις καλές συνθήκες διαβίωσης στη Σύρο, στην αίγλη του νησιού την εποχή εκείνη.
«Η Σύρος και ειδικότερα η Ερμούπολη ήταν κέντρο πολιτισμού και η επιρροή της ήταν έντονη στην υπόλοιπη Ελλάδα. Από τις συνομιλίες μου με δεκάδες τέτοια παιδιά, τα οποία εγώ συνάντησα ως ενήλικες πλέον, προκύπτει ότι ο τοπικός πληθυσμός τα αγκάλιασε και τους πρόσφερε οικογενειακή θαλπωρή. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά παιδιά περνούσαν τα Σαββατοκύριακα σε οικογένειες Συριανών», τονίζει από την πλευρά του ο κ. Χάλαρης.
Δεν παραλείπει, όμως, να αναφερθεί και στις συναντήσεις του με κατοίκους των Μεταξάδων του Έβρου, που τού μετέφεραν τα αισθήματα που βίωναν εκείνη την εποχή. «Η ταλαιπωρία, η δυστυχία και ο φόβος των ανθρώπων ήταν περισσότερο από εμφανή, σε μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα, όπου η ίδια η επιβίωση απαιτούσε μεγάλο αγώνα», προσθέτει.
3. Από το χθες στο σήμερα
Το ταξίδι της επιστροφής για τα παιδιά των παιδουπόλεων ξεκίνησε λίγα χρόνια αργότερα, το 1951, που τα πράγματα ηρέμησαν. Ο Αναστάσιος Τερζούδης θυμάται: «Η κοινότητα έστειλε τα χαρτιά από τον Έβρο και υπέγραψε κάποιος συγγενής και παραλάμβανε κάθε παιδί. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν: Θήρα, Πειραιάς, Διδυμότειχο, Μεταξάδες οδικώς. Και έφτασα στο χωριό μου και βρήκα ερείπια, βομβαρδισμένο τοπίο, λάκκους και συντρίμμια. Και σήμερα που πλησιάζω τα 70, αξιώθηκα και ήρθα στη Σύρο, μετά από τόσα χρόνια, για προσκύνημα. Βλέποντας τα κτίρια θυμήθηκα τους ανθρώπους. Με εκείνες τις φιγούρες και τα ευγενικά βλέμματα που μας περιποιήθηκαν, μας τάισαν, μας έντυσαν, μας μάθανε γράμματα, και μας έδωσαν θάρρος και βγάλαμε από μέσα μας το φόβο. Τέτοιες μέρες να μην ξανάρθουν. Ζημιωθήκαμε όλοι. Ζημιώθηκε η πατρίδα μας».
Στο ίδιο μήκος κύματος, η κ. Πανταζή μιλά για την αξία της προσπάθειας συγκέντρωσης και δημοσιοποίησης αυτού του κομματιού της ιστορίας: «Ο Θανάσης, ο Χρήστος, ο Αποστόλης, ο Γιάννης, πρωταγωνιστές οι ίδιοι, έπρεπε να βρουν φωνή και να πουν τη δική τους ιστορία σε εμάς τους νεότερους, για να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε και να μην ξεχνάμε. Γιατί ο θάνατος μπορεί να είναι το τέλος της ζωής, η λήθη όμως είναι το τέλος της ύπαρξης. Αν σε ξεχάσουν όλοι είναι σαν μην υπήρξες».
Το βιβλίο ενισχύθηκε οικονομικά από τη Νομαρχία Έβρου, τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ροδόπης- Έβρου και προλογίζεται από το Νομάρχη Έβρου, τον Ν. Λυγερό, το Φ. Μαλκίδη και την πρόεδρο του Συλλόγου Βορειοελααδιτών Σύρου Ο. Πανταζή.


Ο ελληνισμός του Πόντου στο προσκήνιο με ξένα δημοσιεύματα και νέο λεύκωμα. «Αρχαία ελληνικά στην Τουρκία»


Την ώρα που σε µια αφιερωµατική έκδοση-λεύκωµα έλληνες ερευνητές αποκαλύπτουν θησαυρούς της Παναγίας Σουµελά από τις αποθήκες του Μουσείου της Τραπεζούντας και της Αγιάς Σοφιάς στην Κωνσταντινούπολη, ένα ολοσέλιδο ρεπορτάζ στη βρετανική εφηµερίδα «The Independent» – µε παραποµπή και στο κύριο άρθρο της! – για τους 5.000 εναποµείναντες µουσουλµάνους πέριξ της Τραπεζούντας που µιλάνε µια ποντιακή διάλεκτο, κοντινή στα αρχαία ελληνικά, επαναφέρει στο προσκήνιο τον ελληνισµό του Πόντου και τη µακραίωνη επιβίωση της γλώσσας του.
Τα ποντιακά που µιλούν οι περίπου 5.000 κάτοικοι χωριών κοντά στην Τραπεζούντα, στο σπουδαίο κέντρο του Πόντου που ανήκει σήµερα στην Τουρκία, είναι µια διάλεκτος αξιοσηµείωτα κοντά στα αρχαία ελληνικά και θα µπορούσε να δώσει πολλά στοιχεία για την ίδια τη γλώσσα του Σωκράτη και του Πλάτωνα, γράφει ο Στιβ Κόνορ στην εφηµερίδα «The Independent».
Τα λεγόµενα «ρωµαίικα», όπως λέει η ελληνίδα λέκτορας στο Πανεπιστήµιο του Κέµπριτζ Ιωάννα Σιταρίδου, «διατηρούν έναν εντυπωσιακό αριθµό χαρακτηριστικών της γραµµατικής που δίνουν µια αύρα αρχαίων ελληνικών, χαρακτηριστικών που έχουν εντελώς χαθεί από τιςάλλες παραλλαγές των σύγχρονων ελληνικών. Η χρήση του απαρέµφατου χάθηκε από όλες τιςάλλες ελληνικές διαλέκτους. Στα ρωµαίικα, όχι µόνο διατηρήθηκε το απαρέµφατο, αλλά βρίσκουµε επίσης και απαρεµφατικές δοµές που δεν είχαν παρατηρηθεί προηγουµένως και που µόνο σε λατινογενείς γλώσσες έχουν το αντίστοιχό τους».
Τα χωριά που µιλούνρωµαίικα, τα οποία δενέχουν γραπτή εκδοχή, γράφει η εφηµερίδα «The Independent», διατηρούν και άλλα χαρακτηριστικά γεωγραφικής και πολιτισµικής αποµόνωσης. Οι άνθρωποι εκεί σπάνια παντρεύονται εκτός κοινότητας και παίζουντη δική τους µουσική µε το δικό τους όργανο, τη λύρα.
«Γνωρίζω µόνο έναν άντρα που παντρεύτηκε έξω από το χωριό του», παρατηρεί η Ιωάννα Σιταρίδου. «Και ηµουσική είναι τόσο χαρακτηριστική, που δεν µπορείς να την µπερδέψεις µε κάποιαάλλη». Η λέκτορας του Κέµπριτζ ξεκίνησε την ακαδηµαϊκή της πορεία από τη συγκριτική ιστορική µελέτη των λατινογενών γλωσσών(ιδιαίτερα των ισπανικών και των παλαιών γαλλικών), έκανε όµως έρευνες και για την ιστορική σύνταξη των ελληνικών διαλέκτων – ιδίως των ποντιακών ελληνικών και των κυπριακών.
Οι οµιλούντες τα ρωµαίικα, λέει, είναι σήµερα ευλαβείς µουσουλµάνοι, γι’ αυτό και τους επετράπη η παραµονήτους στον Πόντο µετά τη Συνθήκη της Λωζάννης και την ανταλλαγήτων πληθυσµών. Αλλά αλλεπάλληλα κύµατα µετανάστευσης, όπως και η κυρίαρχη επιρροή της τουρκόφωνης πλειονότητας, από κοινού µε την απόλυτη απουσία των ρωµαίικων από τη δηµόσιασφαίρα, τα τοποθετούν αυτόµαταστη λίστα των γλωσσών που διατρέχουν τονµεγαλύτερο, παγκοσµίως, κίνδυνο εξαφάνισης.
• Κίνδυνος εξαφάνισης
«Με 5.000 µόνο οµιλούντες τη γλώσσα να έχουν αποµείνει στην περιοχή, τα ρωµαίικα θα είναι σύντοµα µια γλώσσα του παρελθόντος παρά ένα ζωντανό ιδίωµα. Με την εξαφάνισή τους θα χαθεί µια µοναδική ευκαιρία να ξεκλειδώσει ο τρόπος µε τον οποίο η ελληνική γλώσσα εξελίχθηκε», υποστηρίζει η γλωσσολόγος Ιωάννα Σιταρίδου.
Μελέτες της γραµµατικής των ρωµαίικων δείχνουν ότι µοιράζονται πάµπολλες οµοιότητες µε την ελληνική κοινή, τη γλώσσα των ελληνιστικών και ρωµαϊκών χρόνων (4ο αι. π.Χ. - 4ος αι. µ.Χ.). Τα νέα ελληνικά, πάλι, υπέστησαν σηµαντική διαφοροποίηση και θεωρείται ότι προέρχονται από τα βυζαντινά ελληνικά που µιλιόνταν µεταξύ 7ου και 13ου αιώνα.
Πηγή: Τα Νέα

Θρακική αυτογνωσία

Είναι πολύ ενδιαφέρον και κυρίως σημαντικό ότι το τελευταίο διάστημα, βιβλία και ηχογραφήσεις που ενισχύουν τη Θρακική εκδόθηκαν με δαπάνη της αυτοδιοίκησης. Γεγονός που δείχνει ότι οι αιρετοί δίνουν σημασία σ΄ αυτό που μένει, το γραπτό, τη μουσική, τον ήχο, τους στίχους.
Το βιβλίο «Ο Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης: Ο εκ Διδυμοτείχου Άγιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου», του Ι. Σαρσάκη εκδόθηκε από την ΤΕΔΚ Ν. Έβρου και αποτελεί μία συμβολή στην ανάδειξη του βίου του ελεήμονα αυτοκράτορα. Ένα βιβλίο που συνδυάστηκε και με τα θυρανοίξια του πρώτου ναού για τον Ιωάννη Γ' Δούκα Βατάτζη (Διδυμότειχο 1193- Νυμφαίο Μικράς Ασίας 1254 ), ο οποίος κυβερνά (1222-1254) στη συνέχεια της αυτοκρατορίας στη Νίκαια, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.
Το βιβλίο αποτελεί ξεχωριστή προσπάθεια επανασύνδεσης με την ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ελληνικότητα και τη Θρακικότητά μας, την Εβρίτικη παράδοση και ιστορία, που από το παρελθόν προεκτείνεται στο παρόν και το μέλλον.
Το επόμενο βιβλίο είναι των Δ. Κιηγμά και Γ. Ρυζιώτη για το 1ο Δημοτικό Σχολείο Νέας Ορεστιάδας Κυρίλλειο, έκδοση του Δήμου της Νέας Ορεστιάδας. Το βιβλίο καταγράφει την ιστορία του 1ου δημοτικού σχολείου που χτίστηκε μετά την προσφυγιά και το οποίο έλαβε πρόσφατα την ονομασία Κυρίλλειο προς τιμή του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Κυρίλλου, ο οποίος απαγχονίστηκε το 1821. Σημαντική λεπτομέρεια, οι συγγραφείς, οι οποίοι έχουν γράψει ένα σημαντικό βιβλίο για την Αδριανούπολη, καταγράφουν και τις αίθουσες του σχολείου στις οποίες δόθηκε όνομα από λόγιους, ιερείς, αυτοκράτορες κ.ά που έλκουν την καταγωγή τους από την Αδριανούπολη.
Τέλος ο πολύ δραστήριος και φιλίστωρ Δήμαρχος Νέου Σιδηροχωρίου Κ. Βαρβάτος, σε συνεργασία με την ΤΕΔΚ Ν. Ροδόπης, εξέδωσε μία ακόμη ηχογράφηση για την πατρίδα της ανατολικής Θράκης.
Το CD περιέχει ανέκδοτες ηχογραφήσεις δύο ξεχωριστών Σαμμακοβλήδων λυράρηδων του Χαράλαμπου Μενίδη και του Γιώργη Γκόρη, που καταγράφτηκαν από το Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής του αείμνηστου Σίμωνα Καρρά. Η έκδοση περιλαμβάνει ένα καλαίσθητο ενημερωτικό λεύκωμα με φωτογραφίες και αξιόλογα κείμενα. Την συμβολή τους κατέθεσαν και άλλοι μελετητές της θρακικής μουσικής παράδοσης με αποτέλεσμα το CD αυτό να αποτελεί μελέτη πάνω στα τραγούδια του Σαμμακοβίου και της Θράκης που θα είναι σημαντικό βοήθημα για όσους στο μέλλον θελήσουν να εντρυφήσουν στο αντικείμενο αυτό. Είναι το δεύτερο CD που εκδίδεται με την συνδρομή του Δήμου Νέου Σιδηροχωρίου (το πρώτο ήταν με τα τραγούδια του Σαμμακοβίτη Δημήτρη Φτουχίδη από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών-ηχογράφηση 1930 της Μέλπως Μερλιέ).

Το βιβλίο Π. Τηγανούρια Ο Μπάλος στη Σαμοθράκη, Παράδοση και Νεωτερικότητα, μια μουσική- εθνογραφική προσέγγιση“ (Αλεξανδρούπολη Εθνολογικό Μουσείο Θράκης 2010), μας ταξιδεύει στη Σαμοθράκη και μας ξεναγεί στις μουσικές της παραδόσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ο «Μπάλος στη Σαμοθράκη», το βιβλίο που εκδόθηκε και αυτό με συνδρομή της αυτοδιοίκησης. αποτελεί μια μουσική-εθνογραφική μελέτη που συνδυάζει τη βιωματική εμπειρία με τη μουσικολογική κατάρτιση και τον προβληματισμό στην κοινωνική-ανθρωπολογική σκέψη. Η εργασία επιδιώκει να εντάξει τη μουσική παράδοση της Σαμοθράκης στα ευρύτερα πολιτισμικά και μουσικά δίκτυα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, Βαλκανίων και Μεσογείου, στεριανής και θαλασσινής Ελλάδας. Επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η έρευνα για τους σύγχρονους «διαχειριστές της παράδοσης» και η αναφορά στον ρόλο που παίζουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι, οι Σαμοθρακίτες της διασποράς και τα τοπικά φεστιβάλ.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται επίσης στις μουσικές καταγραφές που διακρίνονται για τη γνώση και την ευαισθησία, με τις οποίες αποδίδεται η μελωδική και ρυθμική δομή των κομματιών καθώς και οι αλλεπάλληλες παραλλαγές που προκύπτουν από την ιδιαίτερη τεχνική των λαϊκών οργανοπαιχτών. Το βιβλίο, το οποίο συνοδεύεται από τέσσερα CD Με σπάνιο ηχητικό υλικό, συμβάλλει ουσιαστικά όχι μόνο στη διάσωση και διάδοση της μουσικής παράδοσης της Σαμοθράκης αλλά και γενικότερα στον εμπλουτισμό της -δυστυχώς- περιορισμένης επιστημονικής βιβλιογραφίας στον τομέα της ελληνικής μουσικής εθνογραφίας.