Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Νταβούτογλου και Θράκη

Νταβούτογλου και Θράκη

Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Μόσχας


Μόσχα, 05 Οκτωβρίου 2011

Αγαπητοί φίλοι,

Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε για την παρουσίαση του μονάπρακτου, βασισμένου σε ποίηση της Ιωάννας Τσάτσου, διακεκριμένης Ελληνίδας ποιήτριας και αδελφής του Νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη, από το θεατρικό σχήμα «Στούντιο-69» της Μόσχας (καλλιτεχνικός διευθυντής – σκηνοθέτης Γκεόργκι Τσερβίνσκι). Η παράσταση θα πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις του Μουσείου «Μαγιακόφσκι», στις 20 Οκτωβρίου 2011, ώρα 19.00.

Η Σάντα του Πόντου



Η Σάντα του Πόντου: Ενενήντα χρόνια από το Ολοκαύτωμα



Φάνης Μαλκίδης


1. Γυναίκες και παιδιά ως στόχος


Η Γενοκτονία των Ελλήνων που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος, αποτέλεσαν την τραγικότερη σελίδα της ζωής του Ελληνισμού και στοίχισαν τη ζωή σε 1.000.000 Έλληνες. Ιδιαίτερη θέση σ΄ αυτήν την περίοδο κρατά η γυναίκα και το μικρό παιδί, τα οποία αποτέλεσαν αφενός συγκεκριμένο στόχο του προμελετημένου εγκλήματος, λόγω του ειδικού τους βάρους στην κοινωνία και την οικογένεια, αφετέρου ήταν αποδέκτες όλων των επιπτώσεων της γενοκτονίας (χηρεία, προσφυγιά, βιασμός, ορφάνια κ.ά).

Με την στρατολόγηση, την εξορία, τα τάγματα εργασίας, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι νεοτουρκικές και κεμαλικές ομάδες δολοφονούσαν τους άνδρες. Πίσω στις οικογενειακές εστίες έμεναν ως στηρίγματα οι γυναίκες, έχοντας να προστατεύσουν παιδιά και ηλικιωμένους και να διατηρήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης-επιβίωσης. Μετά τη δολοφονία των ανδρών, οι γυναίκες απετέλεσαν το κομμάτι εκείνο του πληθυσμού, πάνω στο οποίο κάθε χτύπημα θα επέφερε σημαντικό πλήγμα συνολικά στην εθνική ομάδα. Η γυναίκα είναι η πηγή της ζωής, κάθε δολοφονία στερούσε από τον Ελληνισμό τη βιολογική του συνέχεια. Όπου δεν μπορούσε να γίνει αυτό, υπήρχε ο βιασμός και ο καρπός της αγάπης, του έρωτα, των πιο ωραίων ανθρώπινων συναισθημάτων, η μητρότητα και η οικογένεια, μετατρεπόταν σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε παντοτινή υπενθύμιση του εγκλήματος. Παράλληλα υπήρχε ο βιασμός των εγκύων και μετέπειτα η δολοφονία μητέρας και εμβρύου, υπήρχε ο εγκλεισμός χιλιάδων γυναικών σε τουρκικά σπίτια. Άλλες γυναίκες αναγκάστηκαν να παραδώσουν τα βρέφη τους στους αντάρτες, ώστε το κλάμα τους να μη τους προδώσει στους διώκτες τους.

Παράλληλα υπήρξε μία ομάδα γυναικών και παιδιών η οποία κάτω από ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες, έχασε τη θρησκευτική και εθνική της ταυτότητα και οδηγήθηκε για πάντα στο σκοτάδι της άγνοιας της καταγωγής και της προέλευσης. Ενδεικτικές καταγραφές Ελληνόφωνων, μουσουλμάνων ή /και κρυπτοχριστιανών γυναικών και παιδιών υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Είναι διαπιστωμένο πλέον από τα στοιχεία που διαθέτουμε ότι ένα ειδικό σχέδιο εξόντωσης αφορούσε τις γυναίκες και τα παιδιά. Έτσι παράλληλα με τη Γενοκτονία,τελέσθηκε και μια Γυναικοκτονία και μία Παιδοκτονία.

Η εφαρμογή μιας πολιτικής μαζικής βίας ενάντια στις γυναίκες και τα παιδιά με τη βίαιη αρπαγή γυναικών και τον εγκλεισμό τους σε οικίες Τούρκων, το βίαιο εξισλαμισμό τους, τους μαζικούς βιασμούς και βίαιες εγκυμοσύνες, τη δολοφονία εγκύων γυναικών, τη βίαιη αρπαγή παιδιών, βρεφών από τις μητέρες τους, από τις οικογένειές τους και μεταφορά τους σε τουρκικές οικογένειες, αποτέλεσε ειδική παράμετρο του μαζικού εγκλήματος. Υπήρχε δηλαδή η βίαιη απόσπαση - αφαίρεση παιδιών μιας εθνικής ομάδας και μεταφορά τους σε άλλη εθνική ομάδα, η οποία συνιστά μεγάλο μέρος του αδικήματος της Γενοκτονίας. Ο Γάλλος συγγραφέας Φ. Σαντιό (F. Santiaux) αναφέρει ότι «τις γυναίκες και τις κοπέλες η Διοίκηση τις διαμοίρασε χαρέμια, άλλες κλείστηκαν με τη βία σε οίκους ανοχής και έγιναν ιδιοκτησία των Τούρκων. Άλλες τις οδήγησαν στις φυλακές οι χωροφύλακες για τις βιάσουν….. Στις πύλες των πόλεων υπάρχουν σκλαβοπάζαρα με μεγάλη πελατεία, εκεί πουλιούνται οι γυναίκες, τα κορίτσια και τα παιδιά που απήγαγαν οι τουρκικές ή κουρδικές συμμορίες στο διάβα τους».



2. Το Ολοκαύτωμα στη Σάντα


Η αντίσταση της γυναίκας σε αυτές τις πολιτικές βίας έχει διάφορες μορφές. Από την ένοπλη αντίσταση με τη συμμετοχή στο αντάρτικο, έως την επιλογή του θανάτου, αντί να υποστεί τον εξευτελισμό και την ταπείνωση.

Τον Οκτώβριο του 1921 πληροφορούμαστε για δέκα χιλιάδες γυναικόπαιδα, τα οποία «ευρίσκοντο στα όρη της Μπάφρας», τα οποία προσπαθούσαν να σωθούν από τους κεμαλικούς και «ειρημένος οπλαρχηγός είπεν ημίν ότι ειρημένα γυναικόπαιδα διατρέχουσι κίνδυνο σφαγής, επομένως δέον ληφθή πρόνοια προς σωτηρίαν αυτών και μεταφοράν στην Ελλάδα».

Το 1922 το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούσε ότι «γυναικόπαιδα εικοσιτριών ελληνικών χωριών της περιφερείας Κερασούντος και οχτώ ελληνικών χωρίων της περιφερείας Πουλαντσάκης ενεκλείσθησαν υπό των στρατιωτών του Τοπάλ Οσμάν εν ταις οικίαις αυτών, πυρποληθείσαις και αποτεφρώθησαν».

Μια ειδικότερη μορφή αντίστασης που συναντάται όχι μόνο στη Σάντα, αλλά και σε άλλες περιοχές είναι η εγκατάλειψη των βρεφών χάριν της σωτηρίας του συνόλου και της ομάδας.

Στη Σάντα υπήρχαν μαζί με τους αντάρτες, οι οποίοι ανέλαβαν δράση για να προστατέψουν οι γυναίκες και παιδιά, όπως μας πληροφορούν οι Σανταίοι της ενορίας Πιστοφάντων. Το Σεπτέμβριο του 1921 οι αντάρτες μαζί με το δυσκίνητο αυτό το σώμα των γυναικόπαιδων, δέχτηκαν επίθεση. Η διαφυγή ήταν δύσκολη και η μόνη λύση ήταν να σταλούν μόνες οι γυναίκες και τα παιδιά σε ασφαλές σημείο.

Η απόφαση συνάντησε την άρνηση των γυναικών, και η κατάσταση έγινε τραγική ακόμη περισσότερο με τα κλάματα των μικρών παιδιών. Τότε «πολλά παιδιά, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και μη θέλοντας να χωρισθούν εκ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου». Ο αρχηγός των ανταρτών της Σάντας καπετάν Ευκλείδης Κουρτίδης στο ημερολόγιο του γράφει ότι «ο στρατός, όταν είδε ότι δεν είμαστε εκεί επροχώρησαν μέχρι το λημέρι και το βρήκαν άδειο και ανέβηκαν εις Μερτσιάν Λιθάρ, όπου βρήκαν τα έξι μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον Μέραρχον και ήλθαν επί τόπου. Και όταν είδε τα μικρά σφαγμένα διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στη Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω λέγων ότι οι άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους είνε αδύνατον να παισθούν και ως εκ τούτο είνε περιττόν να μείνωμε…».

Στις περισσότερες από αυτές τις γυναίκες της Σάντας και άλλων περιοχών οι οποίες παρέδωσαν τα βρέφη τους στους αντάρτες, είχαν κλονισμό της ψυχικής τους υγείας, αφού επέζησαν των βιαιοτήτων και των σφαγών εκδηλώνονταν αργότερα το σύνδρομο και η ενοχή του διασωθέντα.

Η σκέψη τους και η μνήμη τους σταμάτησε στα γεγονότα των διωγμών και των σφαγών, εμφάνιζαν συμπτώματα διαρκούς άγχους και διαρκών καταπτώσεων, ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο ψυχισμό, ο οποίος αποτυπώθηκε σε όλες τις συλλογικές εκφράσεις των Ελλήνων, όπως είναι τα μνημεία στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν κεντρικές παραστάσεις γυναικών.


3. Γυναικοκτονία και Παιδοκτονία

Πολλές από τις γυναίκες και παιδιά μετά την Γενοκτονία δεν κατέληξαν στην Ελλάδα, αλλά ως μικρές ορφανές απροστάτευτες γυναίκες και παιδιά έφυγαν εκτός Ευρώπης, και κυρίως στις ΗΠΑ, σε άτεκνες οικογένειες. Υπολογίζεται ότι μετά τη Γενοκτονία υπήρξαν χιλιάδες ορφανά για τον αριθμό των οποίων μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Εάν διαβάσουμε τις μαρτυρίες των ορφανών, θα καταλάβουμε ορισμένα μόνο από αυτά που πέρασαν αυτά και οι γονείς τους, κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας. Αυτές οι μαρτυρίες φανερώνουν ένα μικρό μέρος της τραγωδίας του μαζικού εγκλήματος και του παράλληλου εγκλήματος, της Γυναικοκτονίας και της Παιδοκτονίας. Είναι χαρακτηριστική η στιγμή που φανερώνει και το μέγεθος του εγκλήματος, όταν ο Γάλλος πρόξενος δικαιολόγησε την καθυστέρηση της άφιξής του σε γεύμα στη Σμύρνη, λόγω του γεγονότος ότι «η λέμβος που τον έφερεν από το γαλλικόν πλοίον, προσέκρουσεν εις πτώματα Ελληνίδων γυναικών που έπλεον εις την παραλίαν!».

Έχει ενδιαφέρον από κάθε άποψη η σύσταση από την Κοινωνία των Εθνών, της ερευνητικής επιτροπής για τον εκτοπισμό γυναικών και παιδιών, η οποία εξέτασε την τις βιαιότητες εναντίον του αρμενικού πληθυσμού, αλλά και του ελληνικού. Η ειδική ανακριτική επιτροπή η οποία δημιουργήθηκε για να διερευνήσει το ζήτημα των γυναικών και των παιδιών που απήχθηκαν και κλείστηκαν σε ιδρύματα και οικίες με σκοπό τον εξισλαμισμό και την εκμετάλλευση ανακάλυψε πλαστά έγγραφα τα οποία τα εμφάνιζαν ως μουσουλμανικού θρησκεύματος, ενώ ο Έλληνας εκπρόσωπος στην έκθεσή του ανέφερε ότι «300.000 γυναίκες και παιδιά εκτοπίστηκαν και κρατούνται».

Ο επίλογος της μαζικής δολοφονίας, εξευτελισμού, εξανδραποδισμού, χειραγώγησης των γυναικών και των ορφανών γράφτηκε στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη της προσφυγιάς. Η γυναίκα και τα ορφανά έψαχναν τους αγνοουμένους τους στην Ελλάδα (αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού), τους εναπομείναντες συγγενείς της στην πατρία (εξισλαμισμένοι) και θρηνούσαν τους νεκρούς της. Καταυλισμοί και ορφανοτροφεία ήταν τα σπίτια τους μετά τον ξεριζωμό, όπου άρχισε μία νέα ζωή με έντονες μνήμες από το παρελθόν.

WikiLeaks: Stepping Out of Ottoman Archives,


WikiLeaks: Stepping Out of Ottoman Archives, Diplomat Says ‘We Really Slaughtered Them!’


By: Nanore Barsoumian

http://www.armenianweekly.com/2011/09/10/wikileaks-stepping-out/
(A.W.)—The Ottoman archives are undergoing a purging campaign to destroy all incriminating evidence relating to the Armenian Genocide of 1915-23, say scholars. According to one source, the evidence—at one time or another—indicated that what transpired in the waning days of the Ottoman Empire was purely and simply a “slaughter.”



Πομάκοι



Οι Πομάκοι μελετούν και καταγράφουν τη γλώσσα τους




Η λεξικογραφική έρευνα του Ρ.Γ.Καραχότζα


Στην ιστορία της καταγραφής της γλώσσας των Πομάκων ξεχωριστή είναι η θέση του εκπαιδευτικού και λεξικογράφου Ριτβάν Καραχότζα του Γιουσούφ από το χωριό Προσήλιο της περιοχής Σμίνθης. Χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Ρ. Καραχότζα η γλώσσα των Πομάκων απέκτησε το δικό της αλφάβητο, ενώ παρέμενε προφορική μόνο γλώσσα επί αιώνες. Επιπλέον, ο Ρ.Καραχότζα έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική λεξικογραφική καταγραφή της πομακικής, όπως την ομιλούν οι Πομάκοι στα πομακοχώρια της Θράκης.


Ο Ριτβάν Καραχότζα γεννήθηκε το 1973 στο Προσήλιο του Δήμου Μύκης Ξάνθης. Φοίτησε πέντε χρόνια στο ιεροσπουδαστήριο Εχίνου και τρία χρόνια στην Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Στα χρόνια της φοιτητικής του ζωής στη Θεσσαλονίκη άρχισε να δημιουργεί το ελληνο-πομακικό λεξικό του.


Η μεγάλη ευκαιρία έντυπης έκδοσης των λεξικογραφικών του ερευνών του δόθηκε όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Έτσι, το 1996 εκδίδεται το έργο του Πομακικό-Ελληνικό Λεξικό από το Δ Σώμα Στρατού. Ο Ρ. Καραχότζα συμμετείχε επίσης μαζί με τους Παν. Παπαδημητρίου, Π. Δημόπουλο, Γ. Δουλόπουλο και Μουμίν Αϊντίν στην ολοκλήρωση της Γραμματικής Πομακικής Γλώσσας, η οποία εκδίδεται την ίδια χρονιά. Το 1997 μαζί με τους Ι. Κατσαβέλη, Π. Παπαδημητρίου, Π. Δημόπουλο, και Μουμίν Αϊντίν συγγράφουν το Συντακτικό Πομακικής Γλώσσας.

Το ίδιο χρόνο ο Ρ. Καραχότζα εκδίδει μαζί με τη Δήμητρα Κατάκη, φιλόλογο του Γυμνασίου Σμίνθης, τη συλλογή πομάκικων παραμυθιών με τίτλο: Ντάντο ι μπάμπα κάζαχο - 21 Παραμύθια από τη Ροδόπη, έκδοση: Γυμνάσιο Σμίνθης-Νομαρχία Ξάνθης. Το 1998 το Δ Σώμα Στρατού εκδίδει το Ελληνικό-Πομακικό Λεξικό, επίσης συλλογική εργασία με καθοριστικής σημασίας τη συμμετοχή του Ρ.Καραχότζα.


Για το πρωτότυπο λεξικογραφικό του έργο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών σε πανηγυρική συνεδρία στις 21-3-1996, σε ηλικία μόλις 23 ετών. Αιτία της βράβευσής του ήταν η σύνταξη του πρώτου πομακικού λεξικού, εργασία την οποία πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του, με τη βοήθεια του Δ’ Σώματος Στρατού και την προσωπική ενίσχυση του τότε αρχηγού του Δ' Σ.Σ. αντιστράτηγου Μανούσου Παραγιουδάκη, ο οποίος αρνήθηκε να δοθεί σε αυτόν το βραβείο της Ακαδημίας και θέλησε να δοθεί στο Δ' Σ.Σ. Το λεξικό της πομακικής γλώσσας, που κυκλοφορεί ολοκληρωμένο το καλοκαίρι του 1996, αποτελεί την πρώτη καταγραφή της, και μάλιστα από την πομακική στην ελληνική και από την ελληνική στην πομακική. Για τη συγγραφή του λεξικού της τελευταίας, ίσως, άγραφης γλώσσας στην Ευρώπη χρησιμοποιήθηκαν ελληνικοί χαρακτήρες κατάλληλα συντεθειμένοι, ώστε να αποδίδουν τους φθόγγους της πομακικής.

Σε συνέντευξή του στην "Απογευματινή της Κυριακής", στις 17 Μαρτίου, ο συντάκτης του λεξικού δήλωσε εξηγώντας το σκοπό της επίπονης εργασίας του: "Για να βοηθήσω το λαό μου. Για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε και γραμμένη τη δική μας γλώσσα, αυτή που μιλάμε. Ν' αποκτήσουμε γραπτό λόγο, να καταγράψουμε τα ήθη και τα έθιμά μας. Ο κύριος σκοπός μου είναι να διδάσκεται η πομακική γλώσσα στα σχολεία μας. Αυτό είναι τι μεγάλο μου όνειρο, που εύχομαι να γίνει πραγματικότητα".

Μετά από τις πρώτες εκείνες εκδόσεις, ακολούθησαν χρόνια σκληρής δουλειάς, κατά τα οποία ο Ρ. Καραχότζα βελτίωνε συνεχώς το Λεξικό του, προσθέτοντας νέα λήμματα, καταγράφοντας τις διαφορές διαλέκτων από χωριό σε χωριό και παρέχοντας χρήσιμες γλωσσολογικές παρατηρήσεις.


Το 2001, ο Ρ. Καραχότζα δημιουργεί τον ιστότοπο Pomlex.com. Σταδιακά τον εμπλουτίζει με προσωπικούς προβληματισμούς, δημοσκοπήσεις αλλά και αυθεντικό λαογραφικό υλικό: πομάκικα παραμύθια και τραγούδια που ο ίδιος είχε καταγράψει. Μετά από μερικά χρόνια αποφασίζει να αναστείλει την ηλεκτρονική έκδοση του Λεξικού και να αφοσιωθεί στην τελειοποίηση της έντυπης μορφής του Λεξικού.


Για το Ρ.Γ. Καραχότζα η καταγραφή της μητρικής του γλώσσας αποτελεί έργο ζωής. Έχοντας αφιερώσει ατέλειωτα ξενύχτια προσπαθώντας να αποδελτιώσει το πλούσιο γλωσσολογικό του υλικό, αναζητεί πλέον τρόπο να προχωρήσει στη βελτιωμένη και επαυξημένη επανέκδοση του Πομακο-ελληνικού λεξικού. Του ευχόμαστε καλή επιτυχία.


Ν.Θ.Κόκκας

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ανδρέας Μπαλτάς. Τα Καράμπουρνα της Μικρασιατικής Ερυθραίας.




Βιβλιοπαρουσίαση


Ανδρέας Μπαλτάς

Τα Καράμπουρνα της Μικρασιατικής Ερυθραίας. Ιστορικό Λεύκωμα

Επιμέλεια - Πρόλογος:  Θοδωρής Κοντάρας


Φωτογραφίες: Tahsin Isbilen, Levent Duranli,  Aydin Cetinbostanoglu

Εκδόσεις Μπαλτά Γλύφα Βαρθολομιού Ηλείας 2010, σ. 192.


Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή καθώς και η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα το 1922, αποτελεί μία μεγάλη τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τόσο, για το μεγάλο τραύμα που επέφερε, με τη βίαιη αποκοπή των προσφύγων από τις εστίες τους και τη διακοπή της μακραίωνης παρουσίας ελληνικών πληθυσμών, όσο και για την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα.

Ο συγγραφέας Ανδρέας Μπαλτάς, γόνος προσφύγων της Μικρασίας που εγκαταστάθηκαν μετά τη Γενοκτονία και το διωγμό, στον οικισμό της Γλύφας Ηλείας, με το βιβλίο του για τα Καράμπουρνα της Μικρασιατικής Ερυθραίας, συμβάλλει αποφασιστικά στην διατήρηση της ιστορικής μνήμης, συνδέοντας με τη βοήθεια κειμένων και φωτογραφιών, το χθες με το σήμερα και με το αύριο.

Ο Θοδωρής Κοντάρας, επιμελητής της έκδοσης, αναφέρει στον πρόλογο ότι «έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από την Μικρασιατική Καταστροφή…. κι όμως φαίνεται πως η νοσταλγία των απογόνων των προσφύγων για την πατρογονική γη είναι συναίσθημα βαρύ, που τους συντροφεύει πάντα….αυτό το ζήτημα σήμερα απασχολεί σοβαρά πολλούς προσφυγογενείς, που κάνουν έργο ζωής την προβολή της μικρασιατικής πατρίδας τους».

Και πράγματι ο Ανδρέας Μπαλτάς έχει κάνει έργο ζωής την ανάδειξη της Μικράς Ασίας, τόσο με τη δραστηριότητά του στον προσφυγικό σύλλογο της Γλύφας, ο οποίος εδώ και χρόνια παρεμβαίνει αποφασιστικά στο Μικρασιατικό ζήτημα, όσο και με τις συγγραφικές του συμβολές.

Όπως σημειώνει «δεν υπήρξε κατά το παρελθόν κάποια συνολική μελέτη για τα χωριά της ιωνικής χερσονήσου της Μέλαινας Άκρας» και πραγματικά το βιβλίο αποτελεί μία ολοκληρωμένη συνολική εργασία για την περιοχή αυτή.

Ο Ανδρέας Μπαλτάς οριοθετεί και το αναδεικνύει ακόμη περισσότερο, το αυτονόητο για την συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων της Μικράς Ασίας και άλλων πατρίδων της Ανατολής. Αρχικά, την παραδοχή ότι παρά το γεγονός ότι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης θεωρείται ως η τραγικότερη στιγμή του Ελληνισμού, ασφαλώς η Μικρασιατική καταστροφή έχει ακόμη πιο καταστροφικές διαστάσεις. Το Μικρασιατικό ζήτημα, για το συγγραφέα, δεν έληξε το 1922 με την καταστροφή. Ήταν και παραμένει ένα ζήτημα με πολλές διαστάσεις, που έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την πορεία του Ελληνικού έθνους. Παρότι όμως αποτελεί τομή για τον ελληνικό λαό, πρόσφυγες και μη, δυστυχώς ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής προσέγγισης, αντίθετα έχει περιπέσει σε λήθη.

Έτσι με δεδομένη αυτήν την κατάσταση μέχρι πριν λίγα χρόνια ο Μικρασιατικός Ελληνισμός περιορίστηκε σε μία στείρα μνήμη και μια μονοδιάστατη μεταφορά του πολιτισμικού του πλούτου, που δεν παρήγε τίποτα και δεν συνέβαλλε σε τίποτα. Έτσι μετά τη βιολογική και πολιτισμική γενοκτονία του Ελληνισμού, οι επιζώντες της καταστροφής υπέστησαν και μία γενοκτονία της μνήμης.

Παρά το γεγονός ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν αρκετά βήματα για τη Μικρασιατική αυτογνωσία, εντούτοις δεν έχει γίνει εφικτή στο μέγιστο βαθμό η επιστροφή στη Μικρασιατική ταυτότητα, αφού κάθε τόσο υπάρχουν σημάδια και πράξεις, αλλά και παραλείψεις και ολιγωρίες, που ακυρώνουν τη μεγάλη αυτή προσπάθεια επαναφοράς.

Το Μικρασιατικό ζήτημα για το συγγραφέα είναι ένα ζωντανό θέμα, με ιδιαίτερες αναφορές στο πεδίο της δυναμικής μνήμης που καθημερινά εμπλουτίζεται. Το Μικρασιατικό είναι πολιτισμός, θέατρο, μουσική, αρχιτεκτονική, γαστρονομία, είναι ιστορία του αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεοελληνικού πνεύματος, είναι παιδεία, είναι πολιτισμός και χιλιάδες άλλες ψηφίδες από το ψηφιδωτό που καταστράφηκε το 1922.

Ο συγγραφέας κρατά ορισμένες ψηφίδες από τη Μικρά Ασία, τις οποίες τις παρέλαβε από τους προγόνους του. Από μία περιοχή, όπως η Γλύφα Ηλείας με ελάχιστους πρόσφυγες σε σχέση με τον όγκο των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας, ο Α. Μπαλτάς κατορθώνει να αφομοιώσει τα Μικρασιατικά βιώματα και αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να νιώσει, να μυρίσει, να γευτεί, το σύνολο της Μικρασιατικής του ταυτότητας. Αυτό μπορεί να γίνει με την ανασκαφή του παρελθόντος του. Εκεί στα Καράμπουρνα της Μικρασιατικής Ερυθραίας, εκεί που έζησαν για χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί του.

Σήμερα, για αυτούς τους νέους ανθρώπους, όπως είναι ο συγγραφέας έχει σημασία να πράττει κάποιος ως Μικρασιάτης αναλογιζόμενος την καταγωγή του. Με αξιοπρέπεια και με αυτοσεβασμό. Απέναντι στο πλούσιο παρελθόν του και κυρίως έναντι του εφάμιλλου όπως πρέπει να είναι μέλλον του. Το βιβλίο αποτελεί μία συμβολή στο Μικρασιατικό ζήτημα έτσι όπως εμφανίζεται σήμερα, δηλαδή ένα ζωντανό θέμα. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί που επιδίωξαν με τη βία να εξαφανιστεί ο Μικρασιατικός Ελληνισμός και ο πολιτισμός του δεν το κατάφεραν.

Το βιβλίο του Ανδρέα Μπαλτά, αποτελεί μία σημαντική μαρτυρία λόγου και εικόνας, μία σημαντική παρακαταθήκη γνώσης για τη Μικρασιατική ταυτότητα, και ευχόμαστε στο συγγραφέα να έχει και ανάλογη συνέχεια. Είμαστε σίγουροι ότι έχει ακόμη πολλά να μας πει και να μας δείξει, αφού όπως γράφει « η εξερεύνηση της γης των προγόνων μου, αποτελεί για μένα ένα διαρκή διακαή πόθο».



Θεοφάνης Μαλκίδης





Περί της νέας έκδοσης για τους διωγμούς των Αρμενίων ιατρών. Ν. Λυγερός





Για τους Αρμένιους γιατρούς

Μετάφραση από τα γαλλικά Σάνη Καπράγκου


Με τη νέα έκδοση του συγγράμματος της Ένωσης των Αρμενίων Ιατρών, με τίτλο Οι διωγμοί των Αρμενίων ιατρών κατά τον Πρώτο Πόλεμο στην Τουρκία, το Ινστιτούτο Tchobanian εξακολουθεί το έργο του για δραστική μαρτυρία της ιστορίας. Το σύγγραμμα τούτο δεν είναι ένα βιβλίο προς ευαρέστηση και δεν προσπαθεί επ' ουδενός να αρέσει. Ο σκοπός της Ένωσης των Αρμενίων Ιατρών είναι άλλος και ανταποκρίνεται σ' εκείνον του Ινστιτούτου. Ο πρόλογος του Yves Ternon είναι άψογος ως προς την σαφήνεια.

Με τη διακειμενικότητά του, διευκολύνει τόσο τον ερευνητή, όσο και όποιον αντιμάχεται το στρατευμένο σύγγραμμα που στερείται ολότελα διπλωματίας, λόγω του εύρους τού εγχειρήματος. Το εντυπωσιακό στο σύγγραμμα τούτο είναι η απαρέγκλιτη βούληση των Αρμενίων Ιατρών ν' αφήσουν ένα ίχνος σε τούτη την νέα μάχη, όπως για παράδειγμα οι προγεύσεις της αναγνώρισης πριν ακόμη το τέλος της γενοκτονίας. Η εργασία των Αρμενίων Ιατρών είναι ιδιαιτέρως γενναιόφρων, καθώς πρόκειται να κατηγορήσει ονομαστικά ανθρώπους της ιδίας τάξεως, διότι επέλεξαν να ξεχάσουν τον όρκο τους για να προσφέρουν χείρα βοηθείας στη γενοκτονία οργανώνοντας επιστημονικές κτηνωδίες, για τις οποίες ήταν υπερήφανοι, όπως το καταμαρτυρούν τα ίδια τους τα γραπτά. Έτσι, μέσα στο πολύτιμο τούτο σύγγραμμα, βρίσκουμε έναν κατάλογο εκείνων των δημίων της γενοκτονίας που δεν δίστασαν να μεταχειριστούν το ανθρώπινο ον, εφαρμόζοντας βάρβαρα πειράματα.

Αυτή η παράθεση στοιχείων καταδεικνύει τον κομπασμό των Τούρκων ιατρών όχι μόνο για το ότι συμμετείχαν, αλλά και για το ότι βελτίωσαν την αποδοτικότητα στην εξολόθρευση του αρμενικού λαού. Συνεπώς, πρόκειται για ένα κατηγορητήριο διπλό κατά του ανθρώπινου όντος και του ιατρού, καθότι χρησιμοποίησαν αυτές τις δύο ιδιότητες για να συντρίψουν κυριολεκτικά τα θύματά τους. Αυτό το σύγγραμμα δεν περιορίζεται μόνον στο να κατηγορεί με ακριβολογίες, καταμαρτυρεί επίσης, προσφέροντας στην ανθρωπότητα του μέλλοντος τα ονόματα των ιατρών, των φαρμακοποιών, των οδοντιάτρων που δολοφόνησαν ή μόλυναν με τύφο στο πλαίσιο του απάνθρωπου πειραματισμού του τουρκικού μηχανισμού.

Η νέα τούτη έκδοση δεν παραλείπει να υπογραμμίσει τη διαφορά μεταξύ των δημίων και των θυμάτων με αξιόπιστο και διακριτικό τρόπο, χάρη στην ένδειξη πένθους πάνω στις σελίδες τού συγγράμματος. Πρόκειται για μια χειρονομία απλή και συγκινητική, ο συμβολισμός τής οποίας δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορους. Το μικρό τούτο σύγγραμμα εκπληρώνει τον ρόλο του με μεγαλείο ανθρώπινο, μνημονεύοντας επίσης τις κακουχίες και τα βάσανα των επιζησάντων ιατρών μας, μα πάνω απ' όλα μια τιμή στους εκλιπόντες. Είναι βέβαιο πως πρόκειται για μια μαρτυρία, όχι για να ασχοληθεί με τα πάντα, μα για να θέσει στη σκέψη των ερευνητών και στο πνεύμα των αείποτε αγωνιστών την αναζήτηση όχι για την αλήθεια της γενοκτονίας των Αρμενίων, διότι αυτή κανείς από μας δεν τη συζητά, μα τα ακριβή τεκμήρια, χειροπιαστά και ακλόνητα εναντίον αυτού του δημίου τής ανθρωπότητας, του τουρκικού μηχανισμού.







Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Με μεγαλοπρέπεια η εορτή του Αγίου Θεοδώρου του Γαβρά στον Πειραιά





Η μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Γαβρά εορτάσθηκε πανηγυρικά την Κυριακή 2 Οκτωβρίου στον Ιερό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, με Θεία Λειτουργία στην οποία ιερούργησε και κύρηξε το θείο λόγο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, (γόνος Γορτυνίων Γαβράδων)



Ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς έζησε τον 11ο αιώνα και καταγόταν από την Άρτα της Χαλδίας και το 1098 μαρτύρησε στη Θεοδοσιούπολη για την χριστιανική πίστη.


Κατά το κήρυγμά του ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στο σαφές μήνυμα της αγάπης, που έστειλε ο Χριστός στους ανθρώπους, ακόμα και προς τους εχθρούς, όπως καταγράφηκε στην σχετική Κυριακάτικη Ευαγγελική περικοπή.


Επεσήμανε ότι ο Χριστός κατέστησε σαφές στον κάθε άνθρωπο ότι «αν θέλεις να είσαι μαθητής μου, πρέπει να αγαπήσεις αυτόν που σε εχθρεύεται, που σε πονάει, που σε περιφρονεί, που στέκεται απέναντί σου, αυτόν σε καλώ να αγαπήσεις και να δανείσεις εκεί που δεν περιμένεις τίποτα να πάρεις. Αυτό σημαίνει σπλάχνα οικτιρμών. Αυτοί είναι οι λόγοι του Κυρίου μας και αυτούς τους λόγους εγκολπώθηκαν οι μαθητές του. Και έτσι οι χριστιανοί ξεχώρισαν από ένα πράγμα. Από την αγάπη. Αυτή ήταν που τους έδωσε τη δύναμη να μπορέσουν να φέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου και της Σωτηρίας για τον Αναστάντα Χριστό σε όλο τον κόσμο. Γιατί δεν περιορίστηκαν στα λόγια. Γιατί δεν ήταν κούφια τα λόγια τους. Δ ήταν λόγια επικριτικά ή κριτικής. Ήταν λόγια προσφοράς, θυσίας και αγάπης...»

Στη συνέχεια σημείωσε ότι αντίστοιχος πρέπει να είναι ο λόγος της Εκκλησίας και σήμερα που η πατρίδα μας βιώνει αυτή τη μεγάλη κρίση και τόνισε: «Να γίνει λόγος επικριτικός για να βρώ τους υπευθύνους και τις ευθύνες; Είναι άραγε ο καιρός; Και βέβαια υπάρχουν ευθύνες. Αλλά επιτρέψτε μου προσωπικά να σας πω ότι στρέφομαι πρώτα στις δικές μου ευθύνες, γιατί δεν μπορεί, δεν μπορεί να μην έχω ευθύνες. Πως είναι δυνατόν ένας Ορθόδοξος λαός, όπως ο Ελληνικός, τον οποίο έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο 90% και πλέον ως μέλη ζωντανά, υποτίθεται, να είναι ένας λαός που σήμερα ευτελίζετε σε όλο τον κόσμο για τον τρόπο που διαχειρίστηκε τα οικονομικά του, για τον τρόπο που έζησε και ζει, καταναλώνοντας πολύ περισσότερα από όσα ο ίδιος παράγει και δικαιούται να έχει. Πώς μπορώ να δικαιολογήσω ότι έχω ένα ορθόδοξο λαό ο οποίος εχθρεύεται το κράτος του το ίδιο.»

«Δε μπόρεσε ποτέ να συμφιλιωθεί με την ιδέα του κράτους, δεν θέλησε ποτέ να είναι απόλυτα συνεπής με τις υποχρεώσεις του, αλλά δημιούργησε ένα πολιτισμό διεκδικήσεων, ατονικών δικαιωμάτων, συντεχνιών, ανθρώπων και πραγμάτων που μόνο διεκδίκησαν και ποτέ δεν μίλησαν για τις πραγματικές και αληθινές υποχρεώσεις. Δεν μπορεί. Κάποια ευθύνη πρέπει να έχω κι εγώ, γιατί το κήρυγμά μου δεν ήταν τόσο ζωντανό όσο θα έπρεπε για να μπορέσω να πείσω τους ανθρώπους τί σημαίνει να είσαι συνεπής και για την κοινότητά σου, για τον τόπο σου, για την πολιτεία σου, για το κράτος σου. Δεν μπορεί, θα έχω κι εγώ ευθύνες γιατί δεν έπεισα ότι όταν κανείς αποφεύγει να φορολογηθεί σωστά αυτό είναι κλοπή», πρόσθεσε επίσης ο κ. Ιγνάτιος.

Επίσης τόνισε: «Όταν καταστρέφεις το περιβάλλον, αυτό είναι καταστροφικό για όλους. Δεν μπορεί, παρά να έχω κι εγώ ευθύνη γιατί δεν έπεισα ότι δεν υπάρχουν μόνο τα ατομικά δικαιώματα και δεν είναι ο άνθρωπος το κέντρο του κόσμου, αλλά οι άνθρωποι είναι αυτοί που συγκροτούν, ως πρόσωπα ζωντανού Θεού, την κοινότητα, στην οποία πρέπει κανείς να θυσιάσει και να θυσιαστεί για να συγκροτήσει μια κοινωνία αγάπης, αλληλεγγύης, συνέπειας, τιμιότητας, ευθύνης και αλήθειας.»



«Δεν μπορεί παρά να έχω κι εγώ ευθύνες, γιατί αυτός ο λαός μας ο ζωοποιημένος από τα νάματα της πίστεως προτίμησε τόσα χρόνια το έργο του ψέματος. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Και βέβαια τον οδήγησαν σε αυτό αναμφισβήτητα και οι άρχοντες του. Γιατί προτίμησαν κι αυτοί μπροστά στο κόστος, να γαλουχήσουν την κοινωνία στο ψέμα, να επενδύει σε αυτό και να φοβάται να ακούσει την αλήθεια που σήμερα τόσο τραγικά ... εμφανίζεται μπροστά μας», πρόσθεσε χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης.


Σε άλλο σημείο, ανέφερε: «Να γιατί είναι δύσκολος ο λόγος μας σήμερα. Γιατί θα πρέπει και εμείς ως πιστοί και ποιμένες να δούμε και πιο είναι και το δικό μας καθήκον, ποιός πρέπει να είναι ο δικός μας λόγος. Πρέπει να είναι λόγος συνοχής και ενότητας, γιατί αλλοίμονο σε ένα λαό διχασμένο. Θα γίνουν λάθη και γίνονται. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όμως, ένας λαός ενωμένος τα λάθη του έχει ελπίδα να τα διορθώσει. Ένας λαός διχασμένος, σκορπισμένος, κατακερματισμένος σε συμφέροντα και ομάδες αυτός ο λαός θα χάσει και το πιο δίκιο του, όποιο κι αν είναι αυτό.»


«Να γιατί η Εκκλησία πρέπει να παραμείνει η μάνα του λαού, όπως ήταν πάντοτε έστω κι αν την περιφρόνησαν, την λοιδόρησαν, την πολέμησαν και την πολεμούν, την αμφισβητούν φανερά και δυνατά πλέον σε αυτόν τον ορθόδοξο τόπο. Η μάνα όσα κι αν υποστεί, ό,τι κι αν ακούσει από τα παιδιά της δεν παύει ποτέ να είναι μάνα . Έτσι είναι η Εκκλησία και μάλιστα θα έλεγα η μάνα όσο λοιδορείται και όσο δεν αναγνωρίζεται από τα παιδιά της, αυτή τόσο πιο πολύ αγαπά τα παιδιά της...», υπογράμμισε.


Κλείνοντας ο Μητροπολίτης Δημητριάδος, σημείωσε ότι «έτσι είναι η μάνα Εκκλησία και έτσι πρέπει να παραμείνει σήμερα με λόγο συνεπή, συνετό, ενωτικό, λόγο που θα συμβάλει στη συνοχή του λαού, λόγο που θα τον γεμίζει ελπίδα γιατί για μας η ελπίδα έχει όνομα, αδελφοί μου. Είναι ο Χριστός που σήμερα μας μίλησε για σπλάχνα οικτιρμών, για αγάπη στους εχθρούς, για συμπαράσταση και ζωντανή ελπίδα στον κάθε άνθρωπο...».


Αμέσως μετά, στο Πνευματικό Κέντρο του Ναού πραγματοποιήθηκε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσε η Αδελφότητα των Απανταχού Γαβράδων «Ο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς», κατά την οποία ομίλησε ο κ. Θεοφάνης Μαλκίδης, , με θέμα «Ο Δούκας του Πόντου Άγιος Θεόδωρος Γαβράς και ο Μεσαιωνικός Πολιτισμός».



Ο κ. Μαλκίδης αναφέρθηκε στην ιστορική διαδρομή της οικογένειας των Γαβράδων, επικεντρώθηκε στον Άγιο Θεόδωρο Γαβρά και στην πορεία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.



Ο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς, όπως ανέφερε ο κ. Μαλκίδης αποτέλεσε μία ιδιαίτερη προσωπικότητα στη Ρωμανία, με στρατιωτική και χριστιανική δράση, προσωπικότητα που κατόρθωσε και ανέδειξε την έννοια της αντίστασης στους εισβολείς. Όπως μας πληροφορεί η Άννα Kομνηνή «αφού κυρίεψε την Tραπεζούντα, έγινε ακαταμάχητος».

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς αποτελεί σήμερα έναν Άγιο του Πόντου, τον προστάτη φτωχών και αδυνάτων, τον κατεξοχήν προστάτη της μοναδικότητας της Ρωμανίας, ήρωα, σύμβολο αντίστασης, κατά των Τούρκων εισβολέων, έναν εθνάρχη που εμπνέει την οικογένειά του, τους Γαβράδες, τους Πόντιους και όλους τους Έλληνες.
Μετά την ομιλία, την οποία την παρακολούθησαν ο Δήμαρχος Μοσχάτου, μέλη της Αδελφότητας των Γαβράδων, πρόεδροι σωματείων, και πολίτες του Πειραιά, ακολούθησε μουσικό πρόγραμμα με παραδοσιακά ποντιακά τραγούδια, τα οποία ερμήνευσε ο Νίκος Γαβριάς- Γαβράς, ενώ ποιήματα στην ποντιακή απήγγειλε ο ηθοποιός Λάζος Τερζάς.