Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Η γενοκτονία των Ελλήνων. Ένα επίκαιρο και ανοικτό ζήτημα. Η Σύμβαση για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας

Προοίμιο

Τα συμβαλλόμενα μέρη,
Υπ’ όψει λαμβάνοντα ότι η Γενική Συνέλευσις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δια της υπ’ αριθ. 96(1) από 11ης Δεκεμβρίου 1946 αποφάσεως αυτής, εκήρυξεν ότι η γενοκτονία καίου, αντίθετον προς το πνεύμα και τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών, και το οποίον ο πεπολιτισμένος κόσμος καταδικάζει.
Αναγνωρίζεται ότι εις όλας τας εποχάς της ιστορίας της η ανθρωπότης υπέστη σημαντικάς απωλείας εκ της γενοκτονίας. Πεπεισμένα ότι η διεθνής συνεργασία τυγχάνει αναγκαία ίνα απαλλαγή η ανθρωπότης από την μισητήν ταύτην μάστιγα.
Συνωμολόγησαν τας κάτωθι διατάξεις:

‘Αρθρον 1.— Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιούν ότι η γενοκτονία. συντελουμένη είτε εν καιρώ ειρήνης είτε εν καιρώ πολέμου, τυγχάνει έγκλημα διεθνούς δικαίου και αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να προλαμβάνουν και να τιμωρούν τούτο.
Άρθρον 2.— Εις την παρούσαν Σύμβασιν, ως γενοκτονία νοείται οιοδήποτε εκ των κατωτέρω πράξεων, ενεργουμένη με την πρόθεσιν—ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής, ως τοιαύτης:
α) φόνος των μελών της ομάδας:
β) σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητος των μελών της ομάδος·
γ) εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν
αυτής·
δ) μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ωρισμένης ομάδας·
ε) αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδας εις ετέραν ομάδα.
Άρθρον 3.— Θα τιμωρούνται αι ακόλουθοι πράξεις:
α) η γενοκτονία·
β) η συνεννόησις προς διενέργειαν γενοκτονίας·
γ) η άμεσος και δημοσία προτροπή προς διενέργειαν γενοκτονίας· δ) η απόπειρα γενοκτονίας·
ε) η συνεργεία εις την γενοκτονίαν.
Άρθρον 4.— Τα άτομα τα διενεργήσαντα γενοκτονίαν ή μίαν οιανδήποτε εκ των άλλων πράξεων των απαριθμουμένων εις το άρθρον 3ον θα
τιμωρούνται είτε είναι κυβερνώντες, είτε υπάλληλοι, είτε ιδιώται.
Άρθρον 5.— Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να θεσπίσουν, συμφώνως προς τα οικεία αυτών συντάγματα, τα απαιτούμενα νομοθετικά μέτρα προς εξασφάλισιν της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, και δη να προνοήσουν περί αποτελεσματικών ποινικών κυρώσεων έναντι των προσώπων των ενεχομένων εις το έγκλημα ης γενοκτονίας ή εις μίαν οιανδήποτε εκ των πράξεων των απαριθμουμένων εις το άρθρον 3ον.
Άρθρον 6. — Τα πρόσωπα άτινα κατηγορούνται δια γενοκτονίαν ή δια μίαν οιανδήποτε εκ των πράξεων των απαριθμουμένων εις το άρθρον 3ον
θα προσάγωνται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων του κράτους επί του
εδάφους του οποίου η πράξις συνετελέσθη ή ενώπιον διεθνούς ποινικού
δικαστηρίου καθισταμένου αρμοδίου δια εκείνα εκ των συμβαλλομένων
μερών άτινα θα έχουν αναγνωρίσει την δικαιοδοσίαν αυτού.
Άρθρον 7.— Η γενοκτονία και αι έτεραι πράξεις αι απαριθμούμεναι εις το άρθρον 3ον δεν θα θεωρούνται πολιτικά εγκλήματα καθ’ όσον αφορά την έκδοσιν. Τα συμβαλλόμενα μέρη εν τοιαύτη περιπτώσει αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να χορηγήσουν την έκδοσιν επί τη βάσει της νομοθεσίας και συμφώνως προς τας εν ισχύι συμβάσεις.
Άρθρον 8. — Έκαστον συμβαλλόμενον μέρος δύναται να ζητήση από τα αρμόδια όργανα των Ηνωμένων Εθνών όπως ταύτα, συμφώνως προς τον Χάρτην των Ηνωμένων Εθνών, λάβουν οία κρίνουν σκόπιμα μέτρα δια την πρόληψιν και την καταστολήν των πράξεων γενοκτονίας ή οιασδήποτε άλλων πράξεων των απαριθμουμένων εις το άρθρον 3ον.
Άρθρον 9.— Αι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών διαφοραί, αι σχετικαί προς την ερμηνείαν, την εφαρμογήν ή την εκτέλεσιν της παρούσης Συμβάσεως, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών των σχετιζομένων ευθύνη του κράτους εις ό,τι αφορά την γενοκτονίαν ή οιανδήποτε εκ των άλλων πράξεων των απαριθμουμένων εις το άρθρον 3ον, θα υποβάλλωνται εις το Δικαστήριον Διεθνούς Δικαιοσύνης, κατ’ αίτησιν ενός των εν τη διαφορά μερών.
Άρθρον 10.— Η παρούσα Σύμβασις, ης τα κείμενα εις την αγγλικήν, κινεζικήν, ισπανικήν, γαλλικήν και ρωσσικήν τυγχάνουν εξίσου αυθεντικά,
θα φέρη την ημερομηνίαν της 9ης Δεκεμβρίου 1948.
Άρθρον 11— Η παρούσα Σύμβασις θα είναι ανοικτή μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1949 προς υπογραφήν εις οιονδήποτε μέλος των Ηνωμένων Εθνών ή οιονδήποτε κράτος μη μέλος προς το οποίον απηυθύνθη επί τούτων πρόσκλησις της Γενικής Συνελεύσεως.
Η παρούσα Σύμβασις θέλει κυρωθή, τα δε όργανα κυρώσεως θέλουν κατατεθή παρά τω Γενικώ Γραμματεί των Ηνωμένων Εθνών.
Από της πρώτης Ιανουαρίου 1950, οιονδήποτε μέλος των Ηνωμένων Εθνών ή οιονδήποτε κράτος μη μέλος λαβόν την προμνησθείσαν πρόσκλησιν, δύναται να προσχωρήση εις την παρούσαν Σύμβασιν.
Τα όργανα προσχωρήσεως θα κατατίθενται Παρά τω Γενικώ Γραμματεί των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρον 12.— Οιονδήποτε συμβαλλόμενον μέρος δύναται, ανά πάσαν στιγμήν, κατόπιν ανακοινώσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, να επεκτείνη την εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως εις όλα τα εδάφη ή εις εν οιονδήποτε εκ των εδαφών τ οποίων κατευθύνει τας εξωτερικάς σχέσεις.
Άρθρον 13.— Ευθύς ως κατατεθούν τα είκοσι πρώτα όργανα κυρώσεως ή προσχωρήσεως, ο Γενικός Γραμματεύς Θέλει καταρτίσει σχετικόν πρωτόκολλον. Θέλει διαβιβάσει αντίγραφον του πρωτοκόλλου τούτου εις άπαντα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών και εις τα μη μέλη περί το άρθρον 11ον.
Η παρούσα Σύμβασις θέλει τεθή εν ισχύι την 90ην ημέραν μετά την
ημερομηνίαν της καταθέσεως του εικοστού οργάνου κυρώσεως ή προσχωρήσεως.
Πάσα κύρωσις ή προσχώρησις συντελουμένη μετά την τελευταίαν
ταύτην ημερομηνίαν θα επιφέρη αποτέλεσμα την 90ην ημέραν μετά την
κατάθεσιν του οικείου οργάνου κυρώσεως ή προσχωρήσεως.
Άρθρον 14.— Η παρούσα Σύμβασις θα είναι διαρκείας δέκα ετών της ημερομηνίας της θέσεως εν ισχύι αυτής.
Εν συνεχεία θα παραμείνη εν ισχύι επί μίαν εισέτι πενταετίαν και ούτω σ
καθ’ εξής, έναντι των συμβαλλομένων μερών άτινα δεν θα είχαν καταγγείλει αυτήν εξ μήνας τουλάχιστον προ της εκπνοής της προθεσμίας.
Η καταγγελία θα συντελήται δια γραπτής ανακοινώσεως προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρον 15.— Εάν, συνεπεία των καταγγελιών, ο αριθμός των συμβαλλομένων μερών εις την παρούσαν Σύμβασιν μειωθή εις ολιγώτερα των δέκα έξ, η Σύμβασις θα παύση ισχύουσα από της ημερομηνίας καθ’ ην η τελευταία εκ των καταγγελιών τούτων θα επιφέρη αποτελέσματα.
Άρθρον 16.— Αίτησις αναθεωρήσεως της παρούσης Συμβάσεως θα δύναται να διατυπωθή οποτεδήποτε και υπό οιουδήποτε συμβαλλομένου μέρους, δια γραπτής ανακοινώσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα.
Η Γενική Συνέλευσις θέλει αποφασίσει επί των τυχόν ληπτέων μέτρων
αναφορικώς προς την ρηθείσαν αίτησιν.
Άρθρον 17.— Ο Γενικός Γραμματεύς των Ηνωμένων Εθνών θα γνωστοποιή εις άπαντα τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών και εις τα κράτη
μη μέλη, Περί ων το άρθρον 11ον, τα κάτωθι:
α) τας υπογραφάς κυρώσεως και προσχωρήσεως τας ληφθείσας κατ’
εφαρμογήν του άρθρου 11
β) τας ανακοινώσεις τας ληφθείσας εις εφαρμογήν του άρθρου 12·
γ) την ημερομηνίαν της θέσεως εν ισχύΙ της παρούσης Συμβάσεως εις μογήν του άρθρου 13·
δ) τας καταγγελίας τας ληφθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14·
ε) την κατάργησιν της Συμβάσεως, εις εφαρμογήν του άρθρου 15·
στ) τας ανακοινώσεις τας ληφθείσας εις εφαρμογήν του άρθρου 16.
Άρθρον 18.— Το πρωτότυπον της παρούσης Συμβάσεως θέλει κατατεθή εις τα αρχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Ακριβές αντίγραφον θέλει διαβιβασθή προς άπαντα τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών και εις τα Κράτη μη μέλη, περί ων το άρθρον 11ον.
Άρθρον 19. — Η παρούσα Σύμβασις θα καταχωρισθή υπό του Γενικού Γραμματέως των Ηνωμένων Εθνών εις την ημερομηνίαν της θέσεως εν ισχύι αυτής.