Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ, ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ, ΤΩΝ ΣΥΡΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΤΩΝ ΑΣΣΥΡΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ.

Απόσπασμα απο τα πρακτικά της συνόδου του Κοινοβουλίουστις 30 Απριλίου 2009
Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ, ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ, ΤΩΝ ΣΥΡΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΤΩΝ ΑΣΣΥΡΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ
Ο Εντιμώτατος M.J. ATKINSON (Βουλευτής της Croydon, Γενικός Εισαγγελέας, Υπουργός Δικαιοσύνης, Υπουργός Πολυπολιτισμού, Υπουργός Υποθέσεων Παλαιμάχων)
Θέτω την πρόταση στη βουλή ότι
Δεδομένου ότι η γενοκτονία από το Οθωμανικό κράτος μεταξύ 1915 - 1923 των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Συρίων και άλλων μειονοτήτων της Μικράς Ασίας είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ο λαός της Νότιας Αυστραλίας και αυτού του Κοινοβουλίου-
συνενώνεται με τα μέλη των κοινοτήτων των Αρμενίων-Αυστραλών, Ελληνοποντίων-Αυστραλών και Συρίων-Αυστραλών για να τιμήσουμε τη μνήμη των αθώων αντρών, γυναικών και παιδιών που έπεσαν θύματα της πρώτης σύγχρονης γενοκτονίας
καταδικάζει τη γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου, των Συρίων Ορθοδόξων και των άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων, και όλες τις άλλες πράξεις γενοκτονίας ως την έσχατη πράξη φυλετικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής αδιαλλαξίας
αναγνωρίζει τη σημασία του να θυμόμαστε και να μαθαίνουμε από τέτοια μαύρα κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας ώστε να εξασφαλιστεί ότι τέτοια εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν επιτρέπεται να επαναληφθούν
καταδικάζει και αποτρέπει κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το πέρασμα του χρόνου για να αρνηθούμε ή να διαστρεβλώσουμε την ιστορική αλήθεια της γενοκτονίας των Αρμενίων και άλλων πράξεων γενοκτονίας που έλαβαν χώρα σε αυτόν τον αιώνα
αναγνωρίζει την αξιόλογη ανθρωπιστική συνεισφορά των ανθρώπων της Νότιας Αυστραλίας στα θύματα και τους επιζήσαντες της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου, και
καλεί την βουλή της Κοινοπολιτείας να καταδικάσει επίσημα τη γενοκτονία.
Κάνω αυτή την εισήγηση σήμερα για να αναγνωριστεί ένα ιστορικό γεγονός το οποίο ακόμα και σήμερα μιλά για λογαριασμό του. Γνωρίζω ότι τα λόγια μου θα προκαλέσουν το θυμό του Τουρκικού καθεστώτος. Θα αναφερθώ σε κάποιες συγκεκριμένες κριτικές των παρατηρήσεών μου γι’ αυτό το θέμα αργότερα.
Αρκεί να λεχθεί ότι, κάνω τη συνεισφορά μου σε αυτό το δημόσιο διάλογο όχι ως νεόφυτος αλλά ως πτυχιούχος στην ιστορία και ως κάποιος που βρίσκεται κοντά σε σχεδόν όλες τις εθνικές μειονότητες της Νότιας Αυστραλίας. Σέβομαι και απολαμβάνω την παρέα των τοπικών Τουρκικών και Τουρκο-Αυστραλέζικων κοινοτήτων. Ο Γερουσιαστής Alan Ferguson (Φιλελεύθερος, Νότια Αυστραλία) έκανε λάθος όταν είπε ότι οι παρατηρήσεις μου σε αυτό το θέμα ήταν μια επίθεση στην Τουρκική κοινότητα της Αυστραλίας.
Οι Τούρκοι της Αυστραλίας δεν φέρουν καμμία ευθύνη για τις ωμότητες των τελευταίων 120 ετών κατά των Αρμενίων της Ανατολίας, των Ελλήνων, των Συρίων Ορθοδόξων, των Ασσυρίων και των Νεστορίων, και είναι λάθος του Γερουσιαστή Ferguson να καμουφλάρει μια εισήγηση με τη δικαιολογία του εορτασμού της διμερούς συμφωνίας για την Τουρκική εποίκηση της Αυστραλίας ώστε να προάγει την άρνηση των Τούρκων υπερεθνικιστών, όπως του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης, σχετικά με τη γενοκτονία.
Ορισμένοι Τούρκοι της Αυστραλίας ήρθαν στην Αυστραλία για να ξεφύγουν από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, τις συνθήκες φτώχειας, την τυραννική εκκοσμίκευση, τη μελαγχολία (αυτό που ο δαφνοστεφής Νομπελίστας Orhan Pamuk ονομάζει το Hüzün της Κωνσταντινούπολης) και νόμους όπως το άρθρο 301 του Τουρκικού ποινικού κώδικα, βάση του οποίου εκατοντάδες συγγραφείς υπόκεινται σε ποινική δίωξη, συμπεριλαμβανομένου και του Orhan Pamuk, για προσβολή της Τουρκικότητας. Ο Τούρκος πρόξενος από τη Μελβούρνη ήρθε να με δει σχετικά με αυτό το θέμα και, έπειτα από μια έντονη και καρποφόρα συζήτηση σχετικά με το θέμα, μου έδωσε ένα αντίγραφο του βιβλίου του Orhan Pamuk «Istanbul: Memories and the City» - ένα υπέροχο δώρο το οποίο απολαμβάνω να διαβάζω. Επισκέφτηκα την İnstanbul και την παλιά πόλη της Κωνσταντινούπολης πέρυσι και έμενα κοντά στην πλατεία Τακσίμ στο Πέρα.
Η σφαγή στο τέλος εκατοντάδων ετών Οθωμανικής κυριαρχίας στην χερσόνησο της Ανατολίας ξεκίνησε στις 23-24 Απριλίου του 1915, το βράδυ της αποβίβασης των στρατευμάτων ANZAC (Στρατιωτικού Εκστρατευτικού Σώματos Αυστραλών και Νεοζηλανδών) στην Καλλίπολη. Το Μάιο του 1915, ένας νόμος γνωστός και ως νόμος Teçir, για τους κανονισμούς για την αναγκαστική μετακίνηση των οικισμών των Αρμενίων σε άλλα μέρη, λόγω των συνθηκών πολέμου και των επειγόντων πολιτικών απαιτήσεων, προέβλεπε να νομιμοποιήσει τη δράση.
Υπάρχει μεγάλη πνευματική κατάρτιση που καταδεικνύει ότι αυτές οι εξοντώσεις ήταν σχεδιασμένες και ασκήθηκαν από το κεντρικό Οθωμανικό καθεστώς και από τις τοπικές Οθωμανικές αρχές κατά της Χριστιανικής μειονότητας της Ανατολίας. Έλαβαν χώρα κυρίως μεταξύ 1915 και 1918 και σε συνέχεια από το 1920 έως το 1923. Εκτιμάται ότι 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι αφανίστηκαν από το 1915 έως το 1923. Επιπλέον σκοτώθηκαν 300,000 Έλληνες του Πόντου και άλλοι Έλληνες και περίπου μισό εκατομμύριο Σύριοι Χριστιανοί. Οι περισσότεροι Αρμένιοι πολιτικοί, θρησκευτικοί και πολιτιστικοί αρχηγοί συνελήφθησαν και δολοφονήθηκαν, ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη στις 23 Απριλίου το 1915. Περισσότεροι από ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες του Πόντου κετέφυγαν στην Ελλάδα. Τρείς χιλιάδες χρόνια Ελληνικού πολιτισμού και ιστορίας στη Μικρά Ασία, κάποτε ένας χόανος ελληνισμού, εξαλείφθηκαν μέσα στην καταστροφή.
Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στις πόλεις και στα χωριά τους ή σε πορείες θανάτου κατά μήκος της Ανατολίας προς στατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο της Συρίας. Οι Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι άντρες που δεν εκτελέστηκαν επιστρατεύτηκαν στον Οθωμανικό στρατό, αφοπλισμένοι στάλθηκαν σε ειδικά τάγματα εργασίας. Οι περισσότεροι πέθαναν από υπερβολκή εεργασία ή θανατώθηκαν αφού δεν ήταν πια χρήσιμοι. Οι εναπομείναντες πληθυσμοί ηλικιωμένων, γυναικών και παιδιών συγκεντρώθηκαν και είτε εξαναγκάστηκαν να ασπαστούν τον ισλαμισμό είτε βιάστηκαν και θανατώθηκαν.
Από τους επιζήσαντες, οι περισσότεροι απελάθηκαν από τα εδάφη των προγόνων τους και εξορίστηκαν ανά τον κόσμο. Η καθαυτού ύπαρξη του προγενέστερου πληθυσμού των Αρμενίων στην Τουρκία αποκυρήχθηκε. Οι χάρτες και η ιστορία ξαναγράφτηκαν. Οι εκκλησίες, τα σχολεία και τα πολιτιστικά μνημεία - και, ναι, ακόμα και τα νεκροταφεία - βεβηλώθηκαν και, στην περίπτωση των εκκλησιών, μετατράπηκαν σε τζαμιά. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στη δεκαετία του 80 όπως καταγράφει ο συγγραφέας William Dalrymple στο βιβλίο του Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου».
Μικρά παιδιά, που είχαν παρθεί από τους Χριστιανούς γονείς τους, μετονομάστηκαν και δόθηκαν σε θετές οικογένειες για να ανατραφούν σαν Τούρκοι. Η Thea Halo, μιλώντας για τη ζωή της μητέρας της που τράπηκε σε φυγή για να ξεφύγει από την καταστροφή, αφηγείται την ημέρα που η θεία της ως βρέφος βρήκε πρόωρο θάνατο κατά τη διάρκεια των διωγμών, ως ακολούθως:
«Μαμά, είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα, ελπίζοντας ότι η ηρεμία μου θα έκανε τα πράγματα καλύτερα, «Η Μαρία δείχνει κάπως περίεργα».
«Η μητέρα κοίταξε πάνω και ξέσπασε σε λυγμούς. Το πρόσωπό της Μαρίας ήταν κάτωχρο. Το βλέμμα της ήταν απλανές και τα μάτια της ήταν σαν μάτια κούκλας που έιχαν σπάσει και έιχαν μείνει ανοιχτά, το κεφάλι της πήγαινε μπρός πίσω σε κάθε της βήμα».
«Τι συμβαίνει; » Ρώτησε απαιτητικά η πανικοβλημένη Χριστοδούλα, «Τι είναι ;»
Σταθήκαμε μεσ’ στο δρόμο σαν ένας σωρός από πέτρες μέσα σε ποτάμι, οι αποκαμωμένοι εξόριστοι ξεχύλισαν γύρω μας και συνέχισαν την πεζοπορία τους. Η μητέρα μου πήρε τη Μαρία από την πλάτη της Χριστοδούλας και την λίκνισε στην αγκαλιά της καθώς τα δάκρυά της έλουζαν το άψυχο πρόσωπο της Μαρίας.
«Κουνηθείτε!», πρόσταξε ένας στρατιώτης καλπάζοντας προς το μέρος όπου στεκόμασταν.
«Το μωρό μου.» Είπε η μητέρα.
Απλωσε τα χέρια της όπου κρατούσε τη Μαρία για να τη δει ο στρατιώτης, λες και θα μοιραζόταν μαζί της το πλήγμα και τη θλίψη της.
«Το μωρό μου.»
«Πέταξε το αν είναι νεκρό!», φώναξε, «Κουνήσου!»
«Αφησέ με να την θάψω», παρακάλεσε η μητέρα, με αναφιλητά.
«Πέταξέ το!» Φώναξε ξανά, σηκώνοντας το μαστίγιό του. «Πέταξέ το!»
Η μητέρα μου έσφιξε το σώμα της Μαρίας στο στήθος της καθώς στεκόμασταν και τον κοιτάζαμε επίμονα. Στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε ένα μαρτύριο που δεν είχα ξαναδεί. Ο πατέρας μου άπλωσε τα χέρια του να πάρει τη Μαρία, για να τη βάλει κάτω υποθέτω, αλλά η μητέρα μου την έσφιξε ακόμα περισσότερο. Μετά πήγε μέχρι τον ψηλό πέτρινο τοίχο που χώριζε το δρόμο από την κωμόπολη και σήκωσε τη Μαρία για να την ακουμπήσει επάνω στον τοίχο σαν να την τοποθετούσε πάνω στην Αγία Τράπεζα μπροστά στον Παντοδύναμο.
Εκείνη τη νύχτα η μητέρα μου έκλαψε μέχρι να αποκοιμηθεί. Και κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, την έβλεπα να κρατάει τη Μαρία υψωμένη στον ουρανό σαν να είναι προσφορά. Η εικόνα του άψυχου κορμιού της απλωμένο επάνω στον τοίχο, σαν να ήταν δώρο σε παγανιστική ιεροτελεστία, με ακολουθούσε ακόμα και στα όνειρα μου όλες τις επόμενες μέρες. Κάθε φορά που σκεφτόμουν τη μικρή μου αδερφή αφημένη μόνη της κάτω από τον καυτό ήλιο, με τα όρνια να περιμένουν να φύγουμε, τα αναφιλητά βγαίναν μόνα τους χωρίς να μπορώ να τα ελέγχω».
Παρ’ όλο που ένας γερουσιαστής έχει αμφισβητήσει τη σχετικότητα του σήμερα με γεγονότα που συνέβησαν γύρω στο 1920, ισχυρίζομαι ότι, όσο διαψεύδονται οι ωμότητες που συνέβησαν τον καιρό που οι γονείς μου γεννήθηκαν, αυτό εξευτελίζει τους απόγονους αυτών των ανθρώπων και δεν δημιουργεί το κλίμα για να λήξει το ζήτημα και τη δυνατότητα για τις κοινότητες να προχωρήσουν μπροστά.
Αλίμονο, έχουν συμβεί και άλλες πράξεις μαζικών δολοφονιών και, προς ντροπή μας, ακόμα συμβαίνει σε κάποια κράτη. Ο Γερμανός Führer Adolf Hitler είπε στους διοικητές του το βράδυ της Γερμανικής εισβολής στην Πολωνία, «Ποιός, τελικά, μιλάει σήμερα για τον εξουδετέρωση των Αρμενίων;» Αυτό ήταν το 1939.
Πέρα από την αναγνώριση του προφανούς, ακόμα και αν ο Γερουσιαστής Ferguson λέει ότι συνέβησαν πριν από εκατό χρόνια, πρέπει να υποστηρίξουμε την πρόταση να αναγνωριστούν οι κοινοτήτων των Αρμενών, των Ελλήνων του Πόντου, των Συρίων, των Νεστορίων και των Ασσυρίων που ανθίζουν στην Αυστραλία σήμερα. Η Δημοκρατία της Τουρκίας, αφού διασκόρπισε αυτούς τους ανθρώπους στο πιο μακρινό σημείο της υδρογείου από την Ανατολία, δεν μπορεί να παραπονεθεί ότι, κάτω από την ελευθερία των Αντιπόδων, οι άνθρωποι αυτοί διαιωνίζουν τη μνήμη των προγόνων και του πολιτισμού τους.
Αυτοί οι Αυστραλοί - και υπενθυμίζω στον Γερουσιαστή Ferguson ότι είναι Αυστραλοί με το πλήρες δικαίωμα της υπηκοότητας ώστε να μιλούν για θέματα που ο Γερουσιαστής Ferguson θεωρεί τόσο αρχαία και τόσο αμφιλεγόμενα - ήρθαν στην Αυστραλία από χώρες όπως η Παλαιστίνη, η Συρία, το Ιράκ και το Λίβανο, όπου είχαν εγκατασταθεί μετά τη γενοκτονία.
Ο Γερουσιαστής Ferguson, σε μία μεσημεριανή ομιλία στη Γερουσία στις 18 Μαρτίου, με κατέκρινε για μια ομιλία που είχα πραγματοποιήσει στα αποκαλυπτήρια μιας πλακέτας προς μνήμη των Ελλήνων Ποντίων που σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν απο τη Μικρά Ασία, στο Μουσείο Μεταναστών της Αδελαΐδας. Ο Γερουσιαστής των Φιλελεύθερων είπε ότι ο Τούρκος Πρεσβευτής του τηλεφώνησε «νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα» (η ομιλία πραγματοποιήθηκε μία Τετάρτη) για να παραπονεθεί γι’ αυτά που είχα πεί στους Έλληνο-Αυστραλούς Ποντιακής καταγωγής. Ο Τούρκος Πρεσβευτής πραγματοποιεί εκστρατεία για την αφαίρεση της πλακέτας και έχει επίσης ασκήσει αυστηρή κριτική εναντίον μου.
Πολλοί απο εμάς γνωρίσαμε ανθρώπους εδώ στην Αυστραλία που βίωσαν τον διωγμό απο τους Τούρκους των Ελλήνων του Πόντου, και άλλων Ελλήνων απο τη Μικρά Ασία, και ειδικά απο τις παράκτιες περιοχές του Αιγαίου κοντά στη Σμύρνη. Έχουμε τις μαρτυρίες τους και τους συγκλονιστικούς απολογισμούς των διπλωματών και συμβούλων που υπηρέτησαν στην Τουρκία τη συγκεκριμένη περίοδο. Έχουμε τις παραδοχές των επισήμων αρχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για κάποιους από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, αυτά αποτελούν κομμάτι των ζωντανών τους αναμνήσεων.
Ο εν λόγω Γερουσιαστής δεν μπορεί να ξεγράψει αυτά που υπέφεραν οι Έλληνες του Πόντου και οι Αρμένιοι λέγοντας οτι αυτά συνέβησαν στις αρχές του 20ού αιώνα, ή οτι οι Πόντιοι και οι Αρμένιοι έγραψαν οι ίδιοι εν μέρει τη δυστυχία τους, ή οτι ο φόνος, ο βιασμός, η λεηλασία και ο εξορισμός είχαν άλλη ηθική αξία στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιτρέψτε με να προσπαθήσω να δω το ερώτημα από τη σκοπιά των σημερινών Τούρκων.
Οι Τούρκοι Οθωμανοί διέσχισαν την Ανατολία πολεμώντας και έφτασαν μέχρι την Ευρώπη και τις πύλες τις Βιέννης. Ίδρυσαν μια αυτοκρατορία, όμως, με την εξαίρεση των Αλβανών και των Βόσνιων Σλάβων, δεν κατάφεραν να προσηλυτίσουν τους υπόδουλους λαούς τους στο Ισλάμ. Κυβέρνησαν έναν κυρίως Χριστιανικό πληθυσμό στην Ευρώπη και διακυβέρνησαν τον πληθυσμό της Μικράς Ασίας ο οποίος ήταν κατά το ένα τρίτο Χριστιανοί.
Βήμα προς βήμα, οι Χριστιανοί υπόδουλοί τους στην Ευρώπη εξεγέρθηκαν εναντίον τους και τους έδιωξαν πίσω στην Οθωμανική Θράκη και την Ανατολία. Αναμφίβολα, οι νικητές φέρθηκαν απάνθρωπα στον Τούρκικο λαό εκείνων των νέων ανεξάρτητων περιοχών και, εκατό χρόνια αργότερα, όλοι γνωρίζουμε ότι οι Βόσνιο-Σερβικές δυνάμεις δολοφόνησαν περίπου 8,000 Βόσνιους άντρες και αγόρια στις πόλεις Srebrnica και Potočari. Επισκέφτηκα τα μέρη όπου δολοφονήθηκαν και προσευχήθηκα στους τάφους τους. Οι Νεότουρκοι (το επίσημο όνομά τους, το Σωματείο Ένωσης και Προόδου) αποφάσισαν ότι εάν το Τουρκικό κράτος υποχωρούσε στην Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολία δεν θα ήθελε να χαρακτηριστεί ευάλωτο από αυτούς που χαρακτήριζε παράσπονδους Χριστιανούς υπόδουλους. Έτσι, από το 1895, ξεκινώντας αρχικά με τον Σουλτάνο Abdul Hamid II, οι Χριστιανικές μειονότητες χαρακτηρίστηκαν ως παράσπονδες, πιθανοί υπονομευτές, και δολοφονήθηκαν προκαταβολικά ως υπονομευτές.
Ο Κύριος Ramazan Altintas, ο πρόεδρος του Τουρκικού υποκαταστήματος της Victorian R.S.L., μου έγραψε στις 2 Φεβρουαρίου για να μου πεί :
«Μέχρι στιγμής, τα μεγάλα έθνη δεν κλαίνε, θάβουν τον πόνο μέσα στην ιστορία, δεν τον διδάσκουν ούτε στα παιδιά τους.»
Σκέφτομαι ότι ο Κύριος Altintas συνέλαβε την ουσία της Τουρκικής απόρριψης αυτής της εισήγησης. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότερες από αυτές τις ωμότητες συνέβησαν στα πλαίσια του πολέμου. Μερικές από τις κτηνωδίες συνέβησαν καθώς ο στρατός της Ελληνικής Δημοκρατίας προχωρούσε σε εισβολή προς την ανατολή από την περιοχή της Σμύρνης όπου είχε την προσωρινή διοίκηση. Χωρίς αμφιβολία και αυτός ο στρατός διέπραξε ωμότητες εναντίον ορισμένων Τούρκων ανθρώπων που βρέθηκαν στο δρόμο τους, αλλά όχι στο βαθμό που αυτό συνέβαινε από το 1895. Και, σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες του Πόντου ήταν εγκλωβισμένοι εκατοντάδες μίλια μακριά από τις μάχες όταν σφαγιάστηκαν.
Ακόμα και οι διπλωματικές αρχές των Τούρκων συμμάχων- Γερμανία, και Αυστρία-Ουγγαρία - σοκαρίστηκαν από τα προληπτικά πρώτα πλήγματα των συμμάχων ενάντια στους δικούς τους Χριστιανούς πολίτες. Οι αναφορές τους στο Βερολίνο και τη Βιέννη περιείχαν πολλά από τα στοιχεία που στηρίζουν αυτή την εισήγηση. Πράγματι, στις τελευταίες μέρες του Σουλτανάτου το 1920, οι Τουρκικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος κατά Τούρκων αξιωματούχων που διέταξαν τις ομαδικές σφαγές.
Εγώ επιδοκιμάζω την εισήγηση προς το Κοινοβούλιο. Αιωνία ανάπαυσή τους, Θεέ μου, και είθε φώς αέναο να τους φωτίζει. Ας αναπαυθούν με ειρήνη και ας εγερθούν με λαμπρότητα.
(Ο Γενικός Εισαγγελέας κάνει το σταυρό του με τον ορθόδοξο τρόπο)