Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Κύπρος και Τουρκία

400 δισεκατομμύρια το κόστος της τραγωδίας

07/11/2009 | ΤΗΣ ΜΙΚΑΕΛΛΑΣ ΛΟΪΖΟΥ





Ελληνοαμερικανός σέρνει την Τουρκία στα αμερικανικά δικαστήρια

Κανείς δεν διαπραγματεύτηκε την τραγωδία του. Δεν τους δόθηκε καμιά ευκαιρία για δεύτερη σκέψη. Παππούδες και μωρά, έγκυες και παράλυτοι, βρέθηκαν κάτω από τις ίδιες βόμβες να τρέχουν να σωθούν. Κανείς δεν διαπραγματεύτηκε το θάνατο των δικών τους. Την άγνοια για τις τύχες τους. Τους τραυματισμούς και τους βιασμούς, ποιος τρελός θα τους διαπραγματευόταν; Απλώς συνέβησαν.

Ο κυπριακός λαός υπέφερε χωρίς συγκλίσεις και αποκλείσεις και χωρίς συγκλίσεις και αποκλίσεις ζητά τώρα τα δικαιώματά του. Κάποιους ποσώς τους ενδιαφέρει η διαδικασία των απευθείας διαπραγματεύσεων. Δεν αναγνωρίζουν σε κανέναν το δικαίωμα να διαπραγματεύεται την τραγωδία τους και να φτιάχνει φόρμουλες και μηχανισμούς με «κριτήρια», για να τους κατανείμει το αντίτιμο του πόνου τους. Και αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Η αγωγή
«Οι ενάγοντες Μιχάλης Τουμάζου, Νικόλας Κατζηλάρης και Μαρούλλα Τομπάζου, από και μέσω του δικηγόρου τους Αθάν Τ. Τσιμπίδη, καταθέτουν εκ μέρους του εαυτού τους και οποιουδήποτε άλλου σε παρόμοια θέση αυτή την αγωγή ενάντια στους εναγόμενους: Δημοκρατία της Τουρκίας και ψευδο-Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου». Κάπως έτσι ξεκινά η αγωγή που κατέθεσε εκ μέρους των πελατών του ο Ελληνοαμερικανός δικηγόρος Αθανάσιος Τσιμπίδης, που ζει και εργάζεται στην Ουάσινγκτον. Η αγωγή κατατέθηκε στο περιφερειακό ομοσπονδιακό δικαστήριο της Κολούμπια και οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό των 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων ως αποζημίωση για την τουρκική εισβολή και κατοχή. «Ο κόσμος περίμενε για μια τέτοια υπόθεση», λέει ο κ. Τσιμπίδης. «Πήγα στην Κύπρο και μίλησα με οργανωμένα σύνολα και κάποιοι με αγκάλιαζαν και με φιλούσαν», εξομολογείται. «Κάθε μέρα προστίθενται κι άλλοι στις ατομικές αγωγές».

Το σκεπτικό της υπόθεσης
Η πρωτοφανής αυτή υπόθεση βασίζεται στην αποστέρηση της χρήσης και απόλαυσης της περιουσίας των εναγόντων από τους εναγομένους, ως αποτέλεσμα εθνικού μίσους κατά των Ε/κ και Χριστιανών. Οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν στρατιωτική δύναμη, στερώντας από τους ενάγοντες τη χρήση και απόλαυση των περιουσιών και των επιχειρήσεών τους από το 1974 μέχρι σήμερα. Ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία και έκτοτε κατέχει και ελέγχει γύρω στο 40% του νησιού με τη χρήση αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού.

Οι εναγόμενοι προβάλλουν ένα μοτίβο συμπεριφοράς, συνδεδεμένο με τα εγκληματικά συνδικάτα και μετέφεραν Τούρκους πολίτες από την Τουρκία να καταλάβουν περιουσίες που ανήκουν στους ενάγοντες και να προβούν σε εθνοκάθαρση του βόρειου μέρους της Κύπρου. Το ψευδοκράτος της «ΤΔΒΚ» δεν είναι αναγνωρισμένο αλλά ένα είδος υποκόσμου, τίποτα περισσότερο από ένα οργανωμένο έγκλημα, με σκοπό να στερήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων. Το ψευδοκράτος δεν τυγχάνει ασυλίας FSIA (Foreign Sovereign Immunity Act), επειδή δεν είναι κυρίαρχο κράτος, αναγνωρισμένο από τον πολιτισμένο κόσμο, αλλά λειτουργεί ως ενσωματωμένη σύμπραξη εγκληματικών πράξεων. Αυτά κατατέθηκαν, μεταξύ άλλων, στο αμερικάνικο δικαστήριο, για να αιτιολογηθεί η αγωγή.

Όπως εξήγησε στη «Σ» ο δικηγόρος Αθανάσιος Τσιμπίδης, πρόκειται για ένα συνδυασμό ομαδικής και ατομικής αγωγής. Από τη μία εκπροσωπείται, δηλαδή, το σύνολο του κυπριακού λαού και από την άλλη οι Κύπριοι που επιλέγουν να συμπεριληφθούν ως άτομα στην αγωγή. Το αμερικανικό νομικό σύστημα επιτρέπει τη συνεχή προσθήκη εναγόντων κατά τη χρονική διάρκεια της υπόθεσης.

Μια ζωή σε ένα χαρτί
«Η αγωγή συμπεριλαμβάνει και προστατεύει οποιονδήποτε έπαθε κακό από την εισβολή του 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή, σε σχέση με περιουσία, επιχειρήσεις και έργα υποδομής», εξηγεί ο κ. Τσιμπίδης. Γι’ αυτό και διεκδικείται ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό. Αφορά, ουσιαστικά, όλους τους Κυπρίους. «Δεν είναι μόνο τα σπίτια και τα κτίρια, είναι η υποδομή», τονίζει ο κ. Τσιμπίδης. «Οι δρόμοι, για παράδειγμα, ανήκουν στους φορολογούμενους. Πλήρωσαν φόρους για να κτιστούν. Δεν είναι μόνο θέμα προσωπικής περιουσίας αλλά και συλλογικής», προσθέτει. «Οι ίδιες οι κοινότητες που εξαναγκάστηκαν σε προσφυγοποίηση, διατηρούν δικαιώματα επί όσων άφησαν πίσω τους», τονίζει.
Αυτό είναι και το κύριο σημείο το οποίο διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη νομική προσπάθεια από τις προσωπικές περιπτώσεις που έχουν κατατεθεί στο ΕΔΑΔ. Η Τιτίνα Λοϊζίδου, παραδείγματος χάριν, κατέθεσε την προσφυγή της συγκεκριμένα για το σπίτι που της ανήκει στην Κερύνεια και της αποστερούν οι Τούρκοι, όχι για το δρόμο που περνά απ’ έξω, για τον οποίο πλήρωσαν όλοι οι Κερυνειώτες και οι υπόλοιποι Κύπριοι φορολογούμενοι. Η αγωγή ενώπιον του αμερικανικού δικαστηρίου έχει σαν στόχο να λειτουργήσει και συμπληρωματικά, για τα πράγματα που δεν εκδικάστηκαν ή δύσκολα θα εκδικαστούν από το ΕΔΑΔ.

«Αυτή είναι μια πολύ περιεκτική και περίπλοκη υπόθεση», είπε στη «Σ» ο κ. Τσιμπίδης. «Είναι η πραγματική ιστορία. Όταν μιλάμε για πρόσφυγες δεν εννοούμε κάτι αντίστοιχο του Σουδάν. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ζούσαν σε τέντες. Η Κύπρος ήταν μια σύγχρονη, μοντέρνα χώρα, πολύ καλύτερη από πολλές άλλες. Μέρος της αγωγής είναι να φανούν οι πραγματικές διαστάσεις τού τι έχει χαθεί, να συμπεριληφθούν μέσα τα πάντα», δηλώνει.

Πώς θα λειτουργήσει;
Ο κ. Τσιμπίδης εξηγεί ότι η «έμπνευση» για τον τρόπο που έχει στοιχειοθετήσει την υπόθεση, προέρχεται από μία προηγούμενη υπόθεση που έχει χειριστεί το 2005 και αφορούσε πελάτισσά του, η οποία τραυματίστηκε σε αεροδρόμιο της Γαλλίας, όπου βρισκόταν για διακοπές. Με το επιχείρημα ότι το αεροπορικό εισιτήριο της Air France αγοράστηκε στην Ουάσινγκτον και η Air France που είχε υποχρέωση να της παρέχει την απαραίτητη προστασία, ανήκε εν μέρει στη γαλλική κυβέρνηση, ο κ. Τσιμπίδης κατάφερε να άρει τους περιορισμούς της ασυλίας ξένων κρατών και να εκδικάσει την υπόθεση στην Αμερική. Αυτό βασίστηκε στην εξαίρεση του κανόνα, που προνοεί ότι ένα ξένο κράτος χάνει την ασυλία του από τα δικαστήρια των ΗΠΑ στην περίπτωση που η πράξη βασίζεται σε εμπορική δραστηριότητα που διεκπεραιώθηκε στις ΗΠΑ.

Με την ίδια λογική θα λειτουργήσει και η κυπριακή υπόθεση. Επειδή, ακριβώς, η Τουρκία αγόρασε το οπλικό σύστημα που χρησιμοποίησε εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της από την Αμερική και η εμπορική πράξη διεκπεραιώθηκε εκεί και στην περιοχή της Columbia συγκεκριμένα, παρόλο που οι πράξεις έλαβαν χώρα σε άλλο μέρος του πλανήτη, η υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί στο αμερικανικό δικαστήριο.

Ο αμερικανικός νόμος για την αγορά των όπλων προνοούσε ότι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για αμυντικούς και όχι για επιθετικούς σκοπούς και από τη στιγμή που η Κύπρος δεν αποτελούσε μέρος της Τουρκίας, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αμυνόταν, παρά το πρόσχημα της προστασίας των Τ/κ, λόγω του ότι επρόκειτο για ανεξάρτητο κράτος.

Η εκτέλεση της υπόθεσης
Ρωτήσαμε τον κ. Τσιμπίδη τι θα γίνει εάν και εφόσον κερδίσει αυτή την υπόθεση, δεδομένου ότι υπόλογο θα είναι ένα ξένο κράτος. Όπως μας εξήγησε, η Τουρκία έχει κατατεθειμένα τρομερά κεφάλαια στην τράπεζα HSBC και ελέγχει και ακίνητα στις ΗΠΑ. Ακόμα και το ψευδοκράτος έχει περιουσιακά στοιχεία στην Ουάσινγκτον, αναφέρει, και διεκπεραιώνει αγοραπωλησίες περιουσιών στη χώρα, διακινώντας συνεπώς κεφάλαια. Έτσι, σε περίπτωση που η δίκη πάει καλά αλλά η Τουρκία αρνηθεί να καταβάλει το ποσό, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει τη δέσμευση των τραπεζικών της λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων εντός Αμερικής, για να πληρωθούν τα 400 δισεκατομμύρια.

Ματιές στην ιστορία
Ο κ. Τσιμπίδης εξήγησε στη «Σ» ότι ένα από τα κίνητρα είναι να προσδοθούν οι πραγματικές διαστάσεις της τουρκικής βαρβαρότητας. «Κι άλλοι υπέφεραν από την Τουρκία. Οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι. Όλα αυτά αναφέρονται στην αγωγή», εξηγεί. «Παρουσιάζουμε ένα μοτίβο συμπεριφοράς της Τουρκίας», το οποίο αποδεικνύει τα πραγματικά της κίνητρα, τονίζει. Παρόλο που το ζήτημα, συνεπώς, πολιτικοποιείται, ο κ. Τσιμπίδης δεν θεωρεί ότι υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσουν εναντίον της υπόθεσής τους πολιτικές παρεμβάσεις από την αμερικανική κυβέρνηση. Ο λόγος είναι μια επιστολή του προέδρου Λίντον Τζόνσον, ο οποίος υποδείκνυε στην Τουρκία να μη χρησιμοποιήσει αμερικανικά όπλα για να επιτεθεί στην Κύπρο, καθώς και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Συνεπώς, για να υπάρξουν ουσιαστικά πολιτικά εμπόδια, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο πρόεδρος Τζόνσον και ο ΟΗΕ είχαν λάθος. «Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρέμβει στο δικαστήριο επειδή έχει καλές σχέσεις με την Τουρκία, γιατί τεχνικά είναι παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας να προστατέψεις κάποιον που υπέγραψες εναντίον του. Είναι νομικό οξύμωρο», αναφέρει ο δικηγόρος.

«Απ’ εν εσύντυσιεν εθάψαν τον ζωντανό»
Οι ενάγοντες μέρα με τη μέρα πληθαίνουν. Οι πρώτοι τρεις ήταν ο μόνιμος κάτοικος Αμερικής Μιχάλης Τουμάζου, ο Νικόλας Κατζηλάρης και η πεθερά του Μαρούλλα Τομπάζου. Υπάρχει μια παροιμία, μας είπε ο κ. Κατζηλάρης: «Απ’ εν εσύντυσιεν εθάψαν τον ζωντανό». «Δεν κάνω το θέμα για τα λεφτά», επιμένει, λέγοντας ότι άλλωστε η περιουσία του στα κατεχόμενα είναι μόνο εφτά σκάλες. «Απλά αυτό μας έμεινε· να μιλήσουμε», εξομολογείται στη «Σ». «Αυτοί που ψηφίσαμε δεν μιλούν εκ μέρους μας, θάφκουν μας πρώτα», λέει, εξηγώντας ότι γι’ αυτό αισθάνθηκε την ανάγκη να αποταθεί στα δικαστήρια.

«Εγώ χρειάζομαι κάθε μέρα να πάω στη δουλειά για να ζήσω την οικογένειά μου και γι’ αυτό δεν είμαι πολιτικός», λέει ο κ. Κατζηλάρης, που διατηρεί βιβλιοπωλείο και είναι πατέρας δύο παιδιών. «Πιστεύω ότι η λογική πίσω από την οποία βασίζουμε την αγωγή μας είναι σωστή. Υπάρχει ήδη δεδικασμένο ανάλογο, και αυτό μας ενδιαφέρει. Μας ενοχλεί η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με την υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή η δική μας ηγεσία να συζητά πώς θα μειώσει τα δικαιώματά μας, κάνουμε μια προσωπική προσπάθεια εναντίον οποιουδήποτε πλήττει τα δικαιώματά μας», εξομολογείται.

Τον τελευταίο καιρό, αναφέρει, γίνεται λόγος για τα προσόντα που πρέπει να έχει κάποιος για ν' ασχολείται με την εθνική μας υπόθεση. «Εγώ βλέπω, όμως, τα προσόντα που δεν έχουν. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν έχει το όνομά του πάνω στο κοτσιάνι μου», τονίζει. «Νιώθω την ανάγκη να κάμω οτιδήποτε για να σταματήσω το πούλημα των δικαιωμάτων μας», λέει, προσφέροντας ως παράδειγμα τη σταθμισμένη ψήφο. «Ο Πρόεδρός μου συζητά με τον Ταλάτ πώς να κανονίσουν μεταξύ τους για να μη μετρά η ψήφος μου».

Η κυρία Μαρούλλα, όπως μας περιγράφει, έφυγε από το χωριό της με το νυχτικό και τις παντούφλες και δύο αλλαξιές για το μωρό, τη νυν σύζυγο του κ. Κατζηλάρη. Στο σπίτι τους έχουν τώρα καδρωμένα τα δύο εκείνα φουστανάκια της συζύγου του, γιατί είναι το μοναδικό πράγμα που έφεραν μαζί τους από τα κατεχόμενα.

Εκεί που η κ. Τομπάζου είχε το περβόλι της με τα εσπεριδοειδή της, τα οποία μάλιστα το 1973 τής απέφεραν εισόδημα ύψους 500 λιρών, αναγκάζεται να ξυπνά στη μία το πρωί και να ζυμώνει παξιμάδια, για να βγάλει τα προς το ζην. Διαφαίνεται, λοιπόν, ξεκάθαρα στην περίπτωσή της, η απώλεια του τρόπου ζωής των Κυπρίων, για την οποία γίνεται λόγος στην αγωγή. «Ακόμα και αν λυθεί το Κυπριακό, την αγωγή δεν θα την αποσύρουμε. Τα 35 χρόνια που χάσαμε, δεν αναπληρώνονται», δηλώνει ο κ. Κατζηλάρης.





Στο πλαίσιο της αγωγής αναφέρεται επίσης ότι η κτηματομεσητική/ επενδυτική εταιρεία «REMAX» αλλά και η τράπεζα «HSBC» που δραστηριοποιούνται ή έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ υποβοηθούν και επωφελούνται της παράνομης εκμετάλλευσης ε/κ ακινήτων στα κατεχόμενα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο 'Αθαν Τσιμπίδης είχε το 2006 καταφέρει να προωθήσει (στις ΗΠΑ) με επιτυχία αγωγή κατά της Γαλλίας και των αερογραμμών «Airfrance» κάνοντας χρήση του ίδιου αμερικανικού νόμου του 1976