Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

1η Σεπτεμβρίου 1821: Το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης

Θεοφάνης Μαλκίδης 

Το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης.




Όσοι αποτολμήσουν να εμβαθύνουν στις πηγές της ιστορίας μακριά από τη γνωστή και δυστυχώς  επικρατούσα στα ελλαδικά "πνευματικά ιδρύματα" συλλογιστική,  θα διαπιστώσουν ότι σε όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου υπήρξε από ένα ολοκαύτωμα αντίστοιχο με τη σφαγή της Χίου,  είτε πρόκειται για την περίοδο της τουρκοκρατίας είτε στη περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Ένα από αυτά είναι και το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης την 1η Σεπτεμβρίου  1821.

Η Σαμοθράκη από το 1459 ήταν υπόδουλη στο οθωμανικό κράτος . Η κήρυξη της επανάστασης στη Σαμοθράκη από τα τοπικά μυημένα μέλη στη Φιλική Εταιρεία, ακολούθησε το γενικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Οι Σαμοθρακίτες που είχαν συνδέσμους με συμπατριώτες τους στην Κωνσταντινούπολη και με τον μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνστάντιο, είχαν ήδη δημιουργήσει το ψυχολογικό υπόβαθρο. 
Έτσι  τον Αύγουστο του 1821 κήρυξαν την επανάσταση, ωστόσο η   αντίδραση από τους Οθωμανούς ήρθε άμεσα. Το Σεπτέμβριο του 1821, την 1η του μηνός, την «πρωτοσταυρινιά» όπως λένε οι ντόπιοι, όταν αποβιβάστηκαν στο νησί δύο χιλιάδες στρατιώτες υπό τον Τούρκο υποναύαρχο μπέη Καρά-Αλή. 

Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Η Σαμοθράκη μετατράπηκε σε κέντρο λεηλασίας, ζώνη θανάτου και ερείπια, και το νησί έμεινε ακατοίκητο για έξι χρόνια. Σφαγιάσθηκαν περίπου 10.000 άνδρες και αγόρια (κατ’ άλλες πηγές 8.000). Τα γυναικόπαιδα και όσοι σώθηκαν από την σφαγή πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης.
ADVERTISEMENT

Εφτακόσιοι από τους κατοίκους που είχαν καταφύγει στα βουνά, οι Οθωμανοί τους έφεραν πίσω με δόλο δίνοντάς τους την εντύπωση ότι θα τους δώσουν χάρη. Όμως στην τοποθεσία «Εφκάς» στο κάστρο της πρωτεύουσας, της Χώρας, τους δολοφόνησαν όλους. Από τη μαζική αυτή δολοφονία, επέζησαν σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών και του Σαμοθρακίτη ιερέα Γ. Μανωλάκη από 25 έως 30 οικογένειες, οι οποίες ζούσαν τα επόμενα χρόνια σε άθλια κατάσταση. Σημαντική μαρτυρία για το ολοκαύτωμα αποτελεί το έργο του Ίωνος Δραγούμη «Σαμοθράκη», ο οποίος διέσωσε το συμβάν, αλλά και την αναφορά για το τρυπημένο Ευαγγέλιο της εκκλησίας της Παναγίας στη Χώρα, το οποίο φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο.

 




Σημαντική παράμετρος του ολοκαυτώματος αποτελεί και ο βίαιος εξισλαμισμός πολλών Σαμοθρακιτών, που κατέληξαν όπως αναφέραμε δούλοι. Πέντε από τους επιζώντες του ολοκαυτώματος γύρισαν το 1837 στη Σαμοθράκη και επέστρεψαν στην αρχική τους θρησκεία. Για αυτό το λόγο βασανίστηκαν και θανατώθηκαν στην απέναντι Θρακική ακτή, όπου μεταφέρθηκαν στο χωριό Μάκρη της Αλεξανδρούπολης. Η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή του Θωμά και αποτελούν τους πέντε νεομάρτυρες (Μανουήλ Παλογούδας, Θεόδωρος Δημητρίου, Γεώργιος Κουρούνης, Γεώργιος Καλακίκος και Μιχαήλ Κύπριος), τα λείψανα των οποίων υπάρχουν στην εκκλησία της Παναγίας στη Χώρα και στις εικόνες στις εκκλησίες του νησιού απεικονίζονται με φουστανέλες ή με τη χαρακτηριστική  νησιωτική βράκα της Σαμοθράκης.

Το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης παρέμεινε άγνωστο και η τυπική αναφορά στη θυσία των κατοίκων της στην εθνική παλιγγενεσία, αναγνωρίστηκε από την Ακαδημία των Αθηνών μόλις το 1980. Την καταστροφή της Σαμοθράκης την απεικόνισε πολύ χαρακτηριστικά ο Γάλλος Αuguste Vinchon ο οποίος λίγο αργότερα ζωγράφισε ένα πίνακα με θέμα τη σφαγή της Σαμοθράκης, που βρίσκεται στο Λούβρο.

Δείτε την ομιλία του Θ. Μαλκίδη για το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης






Συμπληρωματικά αναφέρουμε μία άγνωστη ιστορική καταγραφή για το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης.

Το 1826 εκδόθηκε στο Παρίσι ένα βιβλίο με τίτλο «Les Femmes Grecques aux Dames Fransaises, Recit de leurs malheurs, traduit du grec par un philhellene», στο οποίο γίνεται αφήγηση της απόβασης στη Σαμοθράκη των Τούρκων τον Σεπτέμβριο του 1821. Αφηγητής είναι ο Γάλλος Διπλωμάτης François Pouquenille και αναφέρεται μεταξύ των άλλων και σε ένα δραματικό επεισόδιο με ηρωίδα μια νεαρή κοπέλα της Σαμοθράκης (σελ. 28-40).


Η πρωτεύουσα του νησιού, τη Χώρα, έγινε παρανάλωμα του πυρός και οι  επιδρομείς έψαχναν στα χωράφια στα δάση και τις κοιλάδες για να σύρουν αιχμαλώτους τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου είχαν καταφύγει για να σωθούν. Όλους τους άνδρες τους είχαν σφάξει, εκτός από λίγους τους οποίους επιφύλασσαν να κρεμάσουν στα κατάρτια των πλοίων τους, όταν θα έφταναν   στην Κωνσταντινούπολη. Αυτούς, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους έσυραν δεμένους και τους επιβίβασαν στα πλοία τους. Μία από αυτές τις αιχμάλωτες γυναίκες, πουλήθηκε ως σκλάβα στη Σμύρνη και αργότερα μεταπωλήθηκε στη Κύπρο. Ο νέος κύριός της την έστειλε κάποτε με άλλες σκλάβες, και υπό συνοδεία ευνούχων, στο κιόσκι του, που βρισκόταν στην ανατολική παραλία του νησιού. Ξαφνικά, Ελληνικά πλοία που έπλεαν σε μικρή απόσταση από την ακτή, είδαν τις σκλάβες γυναίκες, έκαναν απόβαση, έσφαξαν τους φύλακές τους, τις παρέλαβαν και τις μετέφεραν στις Σπέτσες, όπου τελικά βρήκαν άσυλο και φιλοξενία. Στις Σπέτσες η γυναίκα αυτή αφηγήθηκε την δραματική ιστορία της νεαρής αδελφής της, της Κωνσταντίας, κατά την αποβίβαση των Τούρκων στη Σαμοθράκη, την οποία κατέγραψε και διέσωσε ο Γάλλος Διπλωμάτης François Pouquenille. Αργότερα την ιστορία αυτή μεταφέρει η Σωτηρία Ι. Αλιμπέρτη στο βιβλίο της «Αι Ηρωϊδες της Ελληνικής Επαναστάσεως», που εκδόθηκε το 1933, τέσσερα χρόνια δηλαδή μετά το θάνατό της, από Επιτροπή Κυριών σε συνεργασία με τους γιους της συγγραφέως.

Η αφήγηση της διασωθείσης εις την Κύπρο αιχμαλώτου – δούλης που κατάγετο από τη Σαμοθράκη, σε περίληψη, όπως ακριβώς διασώθηκε, έχει ως εξής:


«Τα ποιμενικά ήθη επεκράτουν εις την Σαμοθράκην. Μεταξύ δε του ποιμενικού πληθυσμού ήκμαζον ολίγαι πλούσιαι οικογένεια, καταφευγούσαι εκεί εκ Βυζαντίου και Θράκης μετά την τουρκικήν κατάκτησιν. Πωλήσασαι τα πολυτελή έπιπλά των, ηγόρασαν πολλά ποίμνια, και έζων εκ της κτηνοτροφίας.
Ανήκομεν, εγώ και η αδελφή μου Κωνσταντία, εις μίαν εκ των πατριαρχικών τούτων οικογενειών. Εμείναμεν ορφαναί εν τρυφερά ηλικία, ασθενείς βλαστοί εκριζωθέντος δένδρου. Ανετράφημεν υπό την προστασίαν ενός θείου μας. Ήμην η μεγαλυτέρα, ότε δε έφθασα εις ώραν γάμου, ο θείος μου εφρόντισε να με υπανδρεύση. Εχήρευσα ενωρίς, και έμεινα έκτοτε με τον θείον μου και την μικροτέραν αδελφή μου Κωνσταντίαν.

Η Χώρα Σαμοθράκης ή Κάστρο, όπως ονομάζετο παλιά, την δεκαετία του 1990.Η αδελφή μου ήταν ωραιοτάτη. Ήρεσεν εις πολλούς. Μεταξύ αυτών διεκρίνετο ο υιός πλουσίου ποιμένος, Θεόφιλος, ο οποίος την ηγάπησεν. Ήτο ανδρείος, ωκύπους, επιδέξιος σκοπευτής, έκρουεν εντέχνως την κιθάραν. Η αδελφή μου ανταπεκρίθη εις το αίσθημά του. Εμνηστεύθησαν, και ανέμενον την ημέραν του γάμου. Αλλ΄ η ωραιότης της Κωνσταντίνας είχεν επισύρει τα βλέμματα ενός εκ των ολίγων Τούρκων της νήσου, του Μεχμέτ, υιού του Καδή. Δια παντοίων μέσων εζήτησε να ελκύση την εύνοιάν της. Βλέπων ότι δεν επετύγχανεν, εσκέφθη να μετέλθη βίαν. Αλλ΄ ο πατήρ του, άνθρωπος δίκαιος, τον συνεκράτησεν, αφ΄ ετέρου εφοβείτο τον ανδρείον Θεόφιλον, τον οποίον όλοι ηγάπων και εθαύμαζον.
Ότε έγινεν η απόβασις των Τούρκων, ο Μεχμέτ ησθάνθη αγρίαν χαράν. Εσκέφθη ότι ήλθεν η ώρα να εκδικηθή τον αντίζηλόν του, και να επιτύχη ό,τι επόθη. Τίθεται επί κεφαλής στίφους επιδρομέων, γίνεται οδηγός των, και τους δεικνύει τα μέρη όπου ήλπιζε να εύρουν λείαν, και ανθρώπινα θύματα να σφάξουν. Η κορυφή του όρους Σάος αγριεμένη παλεύει με τα σύννεφα αιώνες τώρα, καταγράφοντας την ιστορία του νησιού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.Η Σαμοθράκη ήτο ανάστατος. Εν τω μεταξύ ο Θεόφιλος τρέχει δια κρυφίων δρομίσκων εις την οικίαν της μνηστής του. Ο πατήρ του, ρωμαλέος και αρειμάνιος τον συνοδεύει. Είναι και οι δύο ωπλισμένοι. Τους είδομεν να καταφθάνουν πάνοπλοι. Μόλις εισήλθον, έφραξαν την εξώθυραν και τα παράθυρα και ήνοιξαν τουφεκήθρας. Ο θείος μας τους βοηθεί. Και οι τρείς, με τα όπλα εις χείρας, αναμένουν κάτωχροι εις τα θέσεις των την εμφάνισιν των εχθρών. Περίτρομοι μένομεν πλησίον των. Μετ΄ ολίγον άγριαι κραυγαί, αλλαγμοί και απειλαί ηκούσθησαν εις τον δρόμον. Η θύρα μας κρούεται με βροντώδη κτυπήματα, αλλά δεν ενδίδει. Οι τρείς άνδρες μας τουφεκίζουν, και σπείρουν τον θάνατον εις τους εχθρούς. Αλλ΄ οι επιδρομείς καθ΄ υπόδειξιν του Μεχμέτ, μεταφέρουν από το κάστρον ένα μικρόν κανόνι, και κατορθώνουν να θραύσουν την θύραν. Εισορμούν.
Ο θείος μου και ο πατήρ του Θεόφιλου πίπτουν πρώτοι θύματα των βαρβάρων. Ο Θεόφιλος, άπελπις και μανιώδης, ορμά και κτυπά είς τον σωρόν των εχθρών. Φονεύει και πληγώνει πολλούς. Αλλά πληγώνεται και αυτός θανασίμως, και μόλις έχει τη δύναμιν να συρθή, με κλονούμενα γόνατα, προς την μνηστή του, η οποία σπεύδει να τον λάβη εις τας τρέμουσας αγκάλας της.
Η σπαρακτική αύτη εικών δεν κατευνάζει την θηριωδίαν του Μεχμέτ. Αυτού το βόλι είχεν εύρει εις το στήθος τον Θεόφιλον. Και ενώ οι άγριοι φονείς είχον υψωμένα τα γιαταγάνια, έτοιμοι να σφάξουν το δύσμοιρον ζεύγος, ο Μεχμέτ με έν νεύμα τους σταματά. Ενός μόνο εκ των θυμάτων διψά το αίμα. Το πάθος του σώζει την ζωήν της Κωνσταντίας. Ένδακρυς εκείνη, τον εξορκίζει και τον ικετεύει να φεισθή του μνηστήρος της. Αλλ΄ αυτός αναίσθητος εις τας ικεσίας της κόρης την οποία έλεγεν ότι ηγάπα, υπήκων εις μόνον το αίσθημα της εκδικήσεως, η οποία έβραζεν εις την κακούργον ψυχήν του, βυθίζει επανειλημμένως με άγριον πάθος την μάχαιράν του εις το στήθος του ψυχορρραγούντος εις τας αγκάλας της μνηστής του, αντιπάλου του. Οι άλλοι επιπίπτουν και ακρωτηριάζουν το άψυχον πλέον πτώμα, προ των ομμάτων της δυστυχούς κόρης.
Αλλ΄ εκείνη δεν χύνει δάκρυ. Ήρεμος σηκώνεται, και δια νεύματος ζητεί να ομιλήση εις τον Μεχμέτ. Αυτός πλησιάζει. Αρπάζουσα τότε την μάχαιράν του από την ζώνην του, την βυθίζει εις τα στήθη της, προφέρουσα τους λόγους: “Ο θάνατός μου εκδικεί το κρίμα σου. Ο Θεός να σε συγχωρήση Μεχμέτη”».



Η Σωτηρία Ι. Αλιμπέρτη (1847-1929) γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν  κόρη του πολιτικού Π. Κλεομένους Οικονόμου. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της στην Αθήνα και στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διεύθυνση του Ζαππείου Παρθεναγωγείου Κωνσταντινούπολης. Μετά το γάμο της με τον Ιωάννη Αλιμπέρτη εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, όπου εργάστηκε σε σχολεία της εκεί ελληνικής παροικίας. Ως συνεργάτις της Εφημερίδας των Κυριών δημοσίευσε άρθρα για τη βελτίωση της κοινωνικής θέσης της ελληνίδας και μονογραφίες διαπρεπών ελληνίδων. Μετά την επιστροφή της στην Αθήνα ίδρυσε τον γυναικείο σύλλογο Εργάνη Αθηνά, το έργο του οποίου, υπέρ της κοινωνικής αναγνώρισης και επαγγελματικής αποκατάστασης των ελληνίδων, ενίσχυσε η περιοδική έκδοση Πλειάς (1896-1905) και συνέχισε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Γυναικών.

Ο François Charles Hugues Laurent Pouqueville ( 1770 – 1838), ήταν Γάλλος διπλωμάτης, συγγραφέας, εξερευνητής, γιατρός, ιστορικός και μέλος του Institut de France. Ως γενικός πρόξενος στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ταξίδεψε εκτενώς σε όλη Οθωμανική κατεχόμενη ΕΔλλάδα (1798 – 1821). Με τη διπλωματία του και με τα γραπτά του, έγινε ένας εξέχων αρχιτέκτονας του φιλελληνικού κινήματος σε όλη την Ευρώπη, και συνέβαλε κατ 'εξοχήν στην επιτυχία της επανάστασης και την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους. Τα ταξιδιωτικά του συγγράμματα στάθηκαν σημαντική πηγή πληροφόρησης, καθώς είχαν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και γνώρισαν επανειλημμένες εκδόσεις.


Πηγές: Για την ολοκληρωτική καταστροφή της Σαμοθράκης, υπάρχουν πολλές γραπτές μαρτυρίες και αναφορές, όπως αυτή του Γάλλου Διπλωμάτη, συγγραφέα και ιστορικού François Charles Hugues Laurent Pouqueville, του Άγγλου ιστορικού G. Finlay, του Τούρκου ιστορικού Αχμέτ Δζεβέτ Πασά, του Ίωνα Δραγούμη, στο συλλογικό “Σαμοθράκη: Ιστορία, Αρχαιολογία, Πολιτισμός”, επιμέλεια: Στράτος Ν. Δορδανάς – Θεοφάνης Μαλκίδης, και πολλών άλλων.