Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ – ο “Αγιο-Ραφαήλ” του Πόντου!



Η μεγάλη μορφή της Τραπεζούντας που αντιμετώπισε τους Σελτζούκους, αιχμαλωτίστηκε, ομολόγησε την Ορθόδοξη Πίστη, υποβλήθηκε σε φρικτούς ακρωτηριασμούς όλων των μελών του σώματός του από τους απίστους και στο τέλος την αγία κάρα του, ο ασεβέστατος και βαρβαρώτατος Αμυράλης, την έκανε ποτήριο συμποσίων!!!

Αναλυτικά ο βίος του “άγνωστου” Μεγαλομάρτυρα του Πόντου:

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Γαβράς, γεννήθηκε κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην κωμόπολη Άτρα του Θέματος Χαλδίας του Πόντου, πρωτεύουσα του οποίου ήταν η Τραπεζούντα (η αυτοκρατορία μας ήταν τότε χωρισμένη σε 29 μεγάλες περιοχές που ονομαζόταν Θέματα και διατηρούσαν ντόπιο στρατό αποτελούμενο αποκλειστικά και μόνο από Ορθοδόξους Χριστιανούς και χάρη σε αυτά κρατήθηκε ζωντανή – η κατάργησή τους μαζί με τον θεσμό των θρυλικών Ακριτών που φυλούσαν αποτελεσματικά τα σύνορα, υπήρξε μοιραία).
Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και ένδοξοι, πλούσιοι και τιμημένοι με αξιώματα από την Αυτοκρατορία και ξεχώριζαν ως οικογένεια στα Θέματα Χαλδίας και το γειτονικό και νοτιότερο της Κολωνείας (Καρά Χισσάρ). Από τέτοιους καλούς γονείς γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Θεόδωρος, ακολουθώντας τις συμβουλές και τις παραινέσεις τους, ώστε να ξεχωρίσει και ο ίδιος στην ευσέβεια, τη μόρφωση και την ανδρεία!

Έτσι ο Θεόδωρος ανδρώθηκε και έγινε στα ακριτικά εκείνα μέρη ο πιο μεγάλος και ανυποχώρητος φραγμός για τους άπιστους Σελτζούκους, τους εχθρούς του Χριστού και της Πατρίδας μας, υπερασπιζόμενος με θαυμαστή ανδρεία και τόλμη κάθε σπιθαμή γης του Βυζαντίου, έχοντας μέσα του ταυτόχρονα τον πόθο να μαρτυρήσει για τον Χριστό!
Υπήρξε ταυτόχρονα όμως ένας ευεργέτης των πτωχών και καταφυγή των αδικημένων! Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός στρατιώτη, που άρπαξε ένα τσαμπί σταφύλι από μια φτωχή γυναίκα και το έφαγε μπροστά της, αφήνοντάς την νηστική, καθώς εκείνο ήταν η μόνη τροφή της… Μόλις το έμαθε ο Άγιος, έδωσε αμέσως διαταγή να συλληφθεί ο αφιλότιμος εκείνος στρατιώτης και να παιδευθεί με σιδηρά ρόπαλα στο μέσο της πόλεως, ως παράδειγμα προς αποφυγήν, προς όλους όσους θα τολμούσαν στον μέλλον να παραβούν την εντολή της αγάπης και του σεβασμού των άλλων και ιδίως των πτωχών! Τέτοια μεγάλη σημασία έδινε και γι΄ αυτό επί των ημερών του βασίλευε στην Τραπεζούντα και ολόκληρη τη Χαλδία η κοινωνική ειρήνη, η δικαιοσύνη και η ευταξία.
Στα χρόνια εκείνα του 1.164 μ.Χ., επί Βασιλείας Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού (1143-1180), ο Αμηράς της Μελιτινής Αχμέκ Μελίκ, έχοντας σύμμαχο τον αποστάτη τύραννο Ανδρόνικο Κομνηνό (μετέπειτα Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ 1183-1185) εξεστράτευσε κατά της Σεβάστειας, Καισάρειας, Κολωνείας και Νικοπόλεως! Τότε ο Άγιος Θεόδωρος ο Γαβράς, ως στρατηγός και ηγεμόνας της Τραπεζούντας και Κολωνείας, υπερασπίστηκε τις πόλεις του με μεγάλη τόλμη και θάρρος και έχοντας τις ελπίδες στον Χριστό, αντεπιτέθηκε μάλιστα με ακάθεκτη ορμή επί των εχθρών, εξολοθρεύοντας πολλούς όχι μόνο στρατιώτες αλλά και στρατηγούς του Μελίκ.
Ύστερα όμως συνελήφθη αιχμάλωτος κατά θεία οικονομία, από έναν άλλο στρατηγό του Μελίκ, που λεγόταν Αμυράλης, άγριο και φοβερό, ο οποίος προσπάθησε να αναγκάσει τον Άγιο να απαρνηθεί τον ίδιο τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και να ασπασθεί τη θρησκεία των ασεβών Αγαρηνών. Ο Αμυράλης, του έταξε μάλιστα βασιλικές τιμές και δόξες εάν δεχόταν, και σκληρότατα βασανιστήρια εάν αρνιόταν…

Όμως ο Άγιος, που από καιρό ποθούσε να μαρτυρήσει για την Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού μας, γέμισε από Θεία Χάρη, έχοντας την προαίρεση του μάρτυρα και παίρνοντας θάρρος και δύναμη, όχι μόνο δεν φοβήθηκε αν και αιχμάλωτος τους απίστους, αλλά άρχισε να κηρύττει τον Χριστό, ως Υιόν του Θεού και Θεό αληθινό, λέγοντας με μεγάλη φωνή: «τίποτα των επιγείων δεν με δελεάζει, αλλ΄ ούτε με αποσπά από την επιθυμία του να πάθω για τον Χριστό! Γιατί μου υπόσχεσαι δόξα, της οποίας δεν είσαι κύριος; Τι είναι αυτά που μου δίνεις, τα οποία εσύ σε λίγο θα εγκαταλείψεις; Γιατί με απειλείς με φοβερό θάνατο, ο οποίος σε σένα μάλλον θα είναι φοβερός; Διότι σε μένα είναι ευχάριστο το να είμαι με τον Χριστό, αλλά φοβερό το να χωριστώ από Εκείνον. Εάν γνώριζες την ένσαρκον οικονομία και την άπειρη συγκατάβαση του Υψίστου προς τους ανθρώπους, δε θα γινόσουν ποτέ πολέμιος των Χριστιανών τόσο ώστε να τους παραδίδεις σε φωτιά και σίδηρο, διότι αυτοί μεν έτσι θα πετύχουν των ουρανίων αγαθών και θα ευφραίνονται, εσύ δε θα βληθείς εις την γέενναν του πυρός. Δώσε λοιπόν προσοχή στα λεγόμενά μου και εγκαταλείποντας την πατρώα πλάνη σου πίστευσε στον Υιόν του Θεού, ο οποίος το πανάχραντο αίνα Του έχυσε επί του Σταυρού, για να σε λύσει από τα δεσμά της πλάνης! Αναγγενήσου λοιπόν δια ύδατος και Πνεύματος, για να τύχεις συγχωρήσεως από τις εν αγνοία πρότερες αμαρτίες σου και για να γίνεις μέτοχος των ουρανίων αγαθών. Και μη κακώς διακρίνων την αλήθειαν, σαν να έχεις αποβάλει τον κυρίαρχο νου σου, προτιμήσεις τα χειρότερα αντί των καλυτέρων, και λογικός όντας των αλόγων, από μόνος σου αποδειχθείς αλογώτερος, ώστε και του αιωνίου πυρός να γίνεις μέτοχος»!
Με αυτά όμως, όχι μόνο δεν μαλάκωσε η ατίθαση ψυχή του τυράννου, αλλά τόσο περισσότερο ερεθίστηκε και παραλόγισε, ώστε γεμάτος ταραχή και οργή, διέταξε για να επιβάλλουν σκληρότατα μαρτύρια στον Άγιο Θεόδωρο τον Γαβρά!

Και πρώτα μεν άπλωσαν τον τρισμακάριστο μπρούμυτα πάνω σε χιόνι και τον μαστίγωσαν πολλές φορές στη ράχη, πιστεύοντας ο τύραννος ότι έτσι ίσως τον μετέστρεφε από την ορθή και αμώμητη πίστη. Αλλά πολύ διαφορετικά είχε η κατάσταση παρά όπως νόμιζε, γιατί βρήκε τον Άγιο εντελώς μη πειθόμενο, αλλά και στεντορεία τη φωνή να κηρύσσει τον Χριστό και να λέει επικαλούμενος την εξ ύψους αντίληψη:
«Σε ευχαριστών, Βασιλεύ ύψιστε, Υιέ και Λόγε του Θεού, ότι ανάξιον όντα, με καταξίωσες να εισέλθω στο στάδιο της αθλήσεως. Ενίσχυσέ με τώρα να γίνω θυσία ευπρόσδεκτη ενώπιόν Σου, που ακόμη και πάνω στο ξύλο άπλωσες από αγαθότητα τις παλάμες σου για την δική μας Σωτηρία. Ευδόκησε, Βασιλεύ Άγιε, δια της θείας Σου αντιλήψεως, να γίνω μέτοχος της επουρανίους Σου Βασιλείας»!

Καθώς είπε αυτά ο Άγιος, σε τέτοια παραφροσύνη ήλθε ο τύραννος, ώστε να προστάξει να κατακομματιάσουν τον Άγιο μάρτυρα! Έτσι, κατέκοψαν την θεορρήμονα γλώσσα του, έβγαλαν ανηλεώς τα μάτια του, έγδαραν το δέρμα του κεφαλιού, των χεριών και των ποδιών του και στο τέλος, αφού του αφαίρεσαν κάθε άλλο μέλος, τον παρέδωσαν στη φωτιά!
Και όταν η θεορρήμονα αυτού γλώσσα κοβόταν, ο Άγιος δεν σταματούσε να δοξολογεί τον Θεό, στον οποίον και την προσέφερε σαν το καλύτερο δώρο. Και όταν έβγαζαν ανηλεώς τα μάτια του έβγαλε τέτοια φωνή:
«Προσφέρω τα μάτια μου θυσία στο αληθινό και θείο Φως, που έκτισε για εμάς το φως»!
Και όταν αφαίρεσαν το δέρμα της κεφαλή του, έλεγε:
«Με όσα ο Δημιουργός θησαύρισε την κεφαλή, με αυτά να τηρήσουμε τον θησαυρό της πίστεως ασύλητο και ως οσμής ευωδίας αυτήν να προσφέρουμε στον Θεό»!
Όταν δε ακρωτηριαζόμενος στερήθηκε χειρών και ποδιών και όλων των άλλων μελών του σώματός του, ευχαριστώντας τον Θεό έλεγε:
«Ως βότρυς (τσαμπί) ευφρόσυνος, εκ κλήματος αμπέλου αποτεμνόμενος, προσφέρομαι τω Θεώ»!
Όταν δε τέλος έριξαν τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα στη φωτιά, όπως ακριβώς παλαιότερα οι Τρεις Παίδες την κάμινο εις δρόσο μετέβαλαν και δοξολογούσαν τον Θεό, έτσι και ο Άγιος, όμοια με εκείνους, καθώς βρέθηκε εν τω μέσω του πυρός, έδειξε καρτερία ως να δροσιζόταν επάνω σε άρμα μέσα σε φως ανέσπερο και παραδόξως υμνολογούσε την φιλανθρωπία του Υψίστου, προσκαλώντας ολόκληρη την κτίση προς υμνωδία και δοξολογία του Θεού, καθώς με άυλα πια μάτια έβλεπε τον φωτοδότη Χριστό, και αγαλλόμενος έψαλλε: «ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον»!
Έτσι έφτασε στο τέρμα της αθλήσεως και τον αντίπαλο καταπάλαιψε, στις 2 Οκτωβρίου 1.164 μ.Χ. στην Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ).

Την δε τιμίαν και θαυματουργό αυτού κεφαλή, ο τύραννος, από καταφρόνηση απάνθρωπη, την μετέτρεψε σε σχήμα ποτηριού και την περιέβαλε με χρυσό! Και αυτό γιατί θαύμασε την καρτερία του Αγίου! Και όπως λέει και το σχετικό κάθισμα (ψαλμός), ο άπιστος και βάρβαρος Τούρκος χρησιμοποιούσε αυτή την αγία κάρα του Μεγαλομάρτυρα, σε συμπόσια και πόσεις, ξεπερνώντας κάθε βαρβαρότητα:
«τὴν κάραν σου σοφέ, τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτα, ὁ τύραννος σκευήν, ποτηρίου ποιήσας, αὐτὴν εἰς συμπόσια τὰ αὐτοῦ προσεφέρετο, ἣν κατέλιπες ἐν τῷ κόσμῳ παμμάκαρ, καὶ ἀπέτεμες, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνόμων, Θεόδωρε πάνσοφε»!
Όμως η κάρα του Αγίου τέλεσε πολλές ιάσεις στην Θεοδοσιούπολη όπου και ο Άγιος μαρτύρησε και αργότερα μεταφέρθηκε στην Τραπεζούντα, από τον πρωτοσέβαστο Κωνσταντίνο, ανιψιό του Μεγαλομάρτυρα, ο οποίος και τον Αμηρά σκότωσε πολεμώντας στην Οινόνη και τους Αγαρηνούς έδιωξε από τον Πόντο! Με λαμπρές ετοιμασίες και πομπές με λαμπάδες τέλεσε την ανακομιδή και την μετέφερε στην Τραπεζούντα, όπου και έκτισε Ναό εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Γαβρά!

Αυτός ο Ναός χτίστηκε ανατολικά της πόλης στη συνοικία του Αγίου Βασιλείου και κοντά στο Ναό της Αγίας Άννας και σήμερα δεν υπάρχει… Είχε καταγραφεί όμως το 1930 από τον ερευνητή Ι. Μηλιόπουλο – τότε που υπήρχαν μερικά ακόμη μέρη του στον τόπο εκείνο, που είχε μετατραπεί σε κοιμητήριο – ότι στον γυναικωνίτη σωζόταν μια αγιογραφία με το λάβαρο του Αγίου Θεοδώρου του Γαβρά! Αποτελούνταν από τρεις χρωματικές ζώνες (καστανή, λευκή και κυανή), που στο μέσο έφεραν ένα στέμμα και στα κάτω άκρα, αριστερά και δεξιά αντίστοιχα, ένα μονοκέφαλο αετό (το έμβλημα των ηγεμόνων της Τραπεζούντας) και τον Άγιο Ευγένιο ολόσωμο, μετωπικό, με επισκοπικό ένδυμα.