Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Πολέμησαν για την Πατρίδα, αλλά χάθηκαν για τις γενιές της αρπαχτής: Οι κηδείες των αγνοουμένων…


Πολέμησαν για την Πατρίδα, αλλά χάθηκαν για τις γενιές της αρπαχτής: Οι κηδείες των αγνοουμένων…


Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Μέρα Χριστουγέννων η χθεσινή και τα…όπλα παρά πόδας. Ούτε κόντρες, ούτε αντιπαραθέσεις. Το μυαλό ακονίζει τη μνήμη για να πολεμήσει τη λήθη, που κυριαρχεί σε μια κοινωνία της υπερβολής και της εντυπωθηρίας.

Συχνά-πυκνά στις εφημερίδες, στις μαύρες στήλες των κηδειών, εμφανίζονται δημοσιεύσεις για την ταφή λειψάνων. Νεανικές φωτογραφίες που συνοδεύουν τις αγγελίες κηδειών, με κείμενο πανομοιότυπο…  «Που δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους… και «τα λείψανα ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA».

Στα δελτία ειδήσεων, οι αναφορές «σε μια ακόμη κηδεία» χάνονται μεταξύ των «μεγάλων» και «σοβαρών» θεμάτων. Δεν ενδιαφέρουν τους πολλούς. Μόνο τους όσους έμειναν εν ζωή συγγενείς. Οι υπόλοιποι έχουν «δουλειές», έχουν άλλες «υποχρεώσεις». Μια επαναλαμβανόμενη τελετή αποχαιρετισμού οι κηδείες των μέχρι πρόσφατα αγνοούμενων. Είναι οι κηδείες αυτές μόνο οικογενειακή υπόθεση. Οι οικογένειες των αγνοουμένων κουβαλούσαν και κουβαλούν μόνοι τον δικό τους σταυρό, με τον πόνο της προσμονής, τις δυσκολίες της ζωής, της οικογένειας που προχωρεί χωρίς τον πατέρα, παιδί, αδελφό.

Είναι οικογενειακή υπόθεση. Λες και οι πεσόντες σκοτώθηκαν σε αυτοκινητικό δυστύχημα ή πέθαναν από κάποια ασθένεια. Έπεσαν στο πεδίο της μάχης, πολεμώντας προδομένοι, αποκρούοντας την επέλαση του εχθρού. Σε εκείνο το καμίνι του πολέμου η ζωή και ο θάνατος περπατούσαν αντάμα, σε μια λεπτή γραμμή. Είτε θα περνούσαν τη γραμμή της ζωής, είτε εκείνη του θανάτου. Τέσσερις και πλέον δεκαετίες μετά, οι επόμενες γενιές, η δική τους γενιά που επέζησε, αντιλαμβάνονται διαφορετικά την πατρίδα, την ελευθερία, τη δημοκρατία. Για τους περισσότερους όλα περιστρέφονται-φευ- γύρω από το χρήμα και την όποια μορφή εξουσίας. 



Η καρεκλομανία είναι χαρακτηριστικό σε μια κοινωνία, η οποία στέκεται με απάθεια στα μεγάλα και σημαντικά, αλλά αντιδρά στα επουσιώδη.
Είναι πρόδηλο πως οι πεσόντες δεν σκοτώθηκαν για τις μίζες των μεταγενέστερων, τις χαλαρώσεις σε πολεοδομικές ζώνες, ούτε για τις περίεργες χρηματοδοτήσεις. Κανένας δεν πολέμησε, δεν σκοτώθηκε για τη σημερινή κατάντια της χώρας. Της χώρας που η μεγάλη μάχη δίνεται στον βωμό της διαπλοκής, της διαφθοράς, της αρπαχτής.

Οι κηδείες, παρά τις… επίσημες παρουσίες, είναι οικογενειακή υπόθεση. Η πατρίδα «παρέχει» όσα υποχρεούται. Πληρώνει τα έξοδα για να… ξοφλήσει. Στα μάτια των συγγενών όλοι αυτοί έχουν απομυθοποιηθεί. Γιατί, οι πλείστοι είναι εκεί επειδή, απλώς, θέλουν να γράψουν παρουσία για να τους δουν τα ΜΜΕ. Να γράψουν παρουσία για να ωφεληθούν αργότερα.  Η πατρίδα δεν αλλάζει, δεν μπορεί να «μετακινηθεί», εκείνοι που δήθεν την εκπροσωπούν έχουν αλλάξει. Έχουν αλλάξει ατζέντα και προτεραιότητες. Κυριαρχούν οι  μάχες εξουσίας που δεν έχουν όρια και φραγμούς. Οι συγγενείς των πεσόντων, των αγνοουμένων δεν έχουν κανένα λόγο να ζουν στην πλάνη που έχει δημιουργήσει το σύστημα.

Η παρουσία «επισήμων», εκπροσώπων, για να έχει σημασία πρέπει και στην πράξη να ενεργούν τιμώντας τους πεσόντες. Οι κηδείες, 44 σχεδόν χρόνια μετά, είναι ένα ταρακούνημα για όσους ακόμη δεν έχουν μυηθεί στο σύστημα της αλλοτρίωσης, στο σύστημα που… καταστέλλει τη σκέψη.