Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Η Ελένη Φωκά


Για την Ελένη Φωκά

Της Θεοδοσίας Κοντζόγλου

Έδωσε μια σκληρή μάχη για 23 ολόκληρα χρόνια στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Υπέμενε τα πάνδεινα, για να προσφέρει μόρφωση στα λιγοστά εγκλωβισμένα Κυπριόπουλα και για να δίνει κουράγιο στους χιλιοταλαιπωρημένους συγχωριανούς της. Σήμερα, ζει με τις μνήμες της, σ’ ένα προάστιο της Λευκωσίας όπου ακόμα και το προσφυγικό λιτό σπιτάκι της, το απαίτησε, γιατί κυβερνητικοί παράγοντες της είπαν ότι δεν το δικαιούται!Η Ελένη Φωκά, μια πραγματική Κυρία, μια ζωντανή ηρωίδα, μεγάλωσε στην Αγία Τριάδα Γιαλούσας στο Ριζοκάρπασο. Ήταν η μεγαλύτερη από τα εννέα παιδιά της Λουκίας και του Λύσανδρου Φωκά (πέντε κορίτσια και τέσσερα αγόρια). Αγροτική οικογένεια. Αγροτικές εργασίες, καπνά, ελιές , χαρούπια, σιτηρά. Τα παιδιά βοηθούσαν κάθε μέρα στις δουλειές αλλά ο πατέρας είχε μεγάλη επιθυμία να μορφώσει στα παιδιά του.Μόνον η Ελένη και άλλη μια αδελφή της πρόλαβαν να σπουδάσουν . Όλα τα άλλα παιδιά τα πρόλαβε η εισβολή. Όταν έγινε το κακό, η Ελένη ήταν 24 ετών, πτυχιούχος οικιακής οικονομίας Ελληνικού πανεπιστημίου. Από το 1973 είχε διοριστεί ως εκπαιδευτικός.Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και η εισβολή της 20ης Ιουλίου του 1974, την βρήκε στο σπίτι της στην Αγία Τριάδα. Θυμάται για εκείνη τη μέρα: «Βλέπαμε τα πλοία και τα αεροπλάνα με φόβο και τρόμο. Στη 2η εισβολή στις 15 Αυγούστου, οι Τούρκοι ήρθαν και στην Γιαλούσα. Νωρίτερα, είχαν αποκόψει τη χερσόνησο της Καρπασίας και έτσι δεν μπορούσαμε να φύγουμε.Ακούσαμε τα νέα της αποκοπής του δρόμου από το ραδιόφωνο. Τρομάξαμε. Φώλιασε ο φόβος μέσα μας. Εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου ήταν στους αγρούς. Έτρεξα με το ποδήλατο να του πω ότι έπρεπε να γυρίσει αμέσως στο σπίτι. Στο δρόμο έβλεπα κόσμο να τρέχει και να κλαίει.Μόλις μπήκαν οι Τούρκοι στο χωριό, έκαναν κέρφιου (σ.σ. περιορισμό στην κυκλοφορία των ατόμων). Ρήμαξαν όλα τα καταστήματα. Μας μάζεψαν στην εκκλησία λίγο μετά το μεσημέρι. Μπήκαν με τα τανκς και οι προπομποί τους φώναζα με ντουντούκες ό,τι έπρεπε να μαζευτούμε στην εκκλησία. Μάζεψαν όλους τους άνδρες. Από τον πατέρα μου που ήταν ηλικιωμένος έως τον μικρότερο αδελφό μου που ήταν μαθητής γυμνασίου. Όλους τους πήγαν στα Άδανα. Μόνον ο ένας αδελφός μου που ήταν στρατιώτης σώθηκε.Τους πήραν με τα λεωφορεία. Όλα ήταν βαμμένα με μαύρη μπογιά. Ακόμα και τα τζάμια των αυτοκινήτων. Τους πήγαν στον ξενοδοχείο Ντόουμ στην Κερύνεια. Εκεί απελευθέρωσαν τον πατέρα μου γιατί ήταν ηλικιωμένος. Τα αγόρια τα πήραν…Τα κορίτσια τα βίασαν.. πολλά κορίτσια βίασαν... Μακάρι να μη ζούσαμε... Ζήσαμε όμως και ο πόνος του κάθε συγχωριανού ήταν πόνος όλων των υπολοίπων. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν του βιασμούς για να σκορπίσουν τον φόβο. Τελικά δεν άφησαν άνθρωπο χωρίς να τον βασανίσουν». Η Μεγάλη Δασκάλα της Κύπρου, αφηγείται όσα έζησε με το βλέμμα βυθισμένο στις πολύπικρες μνήμες. Δεν μιλάει ποτέ στους δημοσιογράφους. Σήμερα κάνει μια εξαίρεση, εκείνη ξέρει μόνον τον λόγο. Αφηγείται, μιλάει, κλείνει τα μάτια σαν να πνίγει έναν πόνο. Αφήνει τον θρήνο της νιότης της να πλανηθεί στο φτωχικό της. Είναι Κυριακή πρωί και από τη πόρτα της ο ήλιος δρασκελά το κατώφλι, λες και προσπαθεί να της ζεστάνει την καρδιά… Και η κυρία Φωκά συνεχίζει: «Οι άνδρες έπρεπε να παρουσιαστούν τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα στο κέντρο του χωριού. Με τα μάτια ακίνητα σαν άγαλμα. Αν κοίταζε κάποιος αλλού, τον κτυπούσαν βάναυσα.Δεν μπορούσες να βγεις έξω από το σπίτι σου. Αν κάποιος έπρεπε να κινηθεί όπως ο πατέρας μου που είχε ζώα και έπρεπε να τα ταΐσει, έπρεπε να πάρει άδεια. Σε 10-15 μήνες μας πήραν και τα σιτηρά και τα καπνά και τα χαρούπια και τα ζώα. Έφεραν και τους εποίκους που μας κτυπούσαν κάθε φορά που προσπαθούσαμε να αντιδράσουμε στις κλοπές τους. Κτύπησαν τον πατέρα μου τρεις φορές όταν πήγαν να του κλέψουν τα προϊόντα της σοδιάς. Και όταν πήγε να διαμαρτυρηθεί, βρέθηκε στη φυλακή». Η φωνή της κυρίας Ελένης ακούγεται ραγισμένη: «Περιουσία δεν είχαμε, ασφάλεια δεν είχαμε, διακινδυνεύαμε κάθε στιγμή. Βίαζαν τα κορίτσια και φυλάκιζαν και κτυπούσαν τα αγόρια για να μας υποχρεώσουν να φύγουμε. Αν και υπήρχε απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που προέβλεπε ότι μπορούσαμε να αποφασίσουμε που θα ζήσουμε, ωστόσο εκδιώχθηκε ο κόσμος υπογράφοντας μάλιστα εκβιαστικά ότι «δια της ιδίας θελήσεως» έφευγε. Δεν ξέρουμε τα μαρτύρια του καθ ενός. Ξέρω τα δικά μου… Αναγκαστικά ο κόσμος έφευγε. Κυρίως για να προστατεύσουν τα μικρά παιδιά τους».Κλείνει τα μάτια. Σταματά την αφήγηση. Τα τελευταία της λόγια με κτυπάνε σαν χιλιάδες σφυριά τα μηνίγγια. Πως είναι δυνατόν να πονάς με μιαν αφήγηση; Κι όμως πονάς. Η καρδιά σφίγγεται. Το μυαλό πάλλεται σαν να απειλεί το κεφάλι με έκρηξη. Ποιος μπορεί να ξέρει τι έζησε αυτός ο άνθρωπος, αυτή η γυναίκα στα χέρια των Τούρκων, όταν νέα κοπέλα ακόμα, αποφάσισε με μοναδικό της όπλο τον «τσαμπουκά» της, να πολεμήσει τους βάρβαρους κατακτητές για να προστατέψει τους μαθητές της αλλά και για να κρατήσει, να διατηρήσει την ελληνικότητα της τουρκοπατημένης πατρίδα της, με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα έρθει βοήθεια… Μα όσο ο Λεωνίδας περίμενε τη βοήθεια από τους Αθηναίους, άλλο τόσο και η Ελένη Φωκά, περίμενε και περίμενε… Η κυρία Ελένη, με μάτια χαμένα στο χρόνο, βουρκωμένη, συνεχίζει, περιγράφοντας τα γεγονότα που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στο μυαλό και τη ψυχή της: «Και οι βιασμοί που ακούγαμε, ήταν συγκλονισμός, αλλά και να κτυπούν κάθε νύχτα το σπίτι του άλλου ήταν τρόμος. Ξαφνικά να κτυπούν την πόρτα σου μες τη νύχτα…» «Οι έποικοι μας πήρα τα ζώα μας. Πέντε βόδια, κατσίκες, πρόβατα, όλα. Ο πατέρας μου κατάφερε και κράτησε ένα ζώο γιατί ένας αστυνομικός του ζήτησε να του το μεγαλώσει. Ξέχασε όμως ο ντερβίσης να έρθει και ο πατέρας μου τα αύξησε τα ζώα. Ήρθαν όμως οι έποικοι και του πήραν έξι από αυτά. Κι όταν ο πατέρας μου το κατήγγειλε, ο Τούρκος αστυνομικός του είπε ότι «εγώ θα σου βρω τον ένοχο ακόμα κι αν χρειαστεί να βρω τα κόκαλα του ζώου». Ακόμα και το γαϊδούρι μας έκλεψαν. Και το καημένο αφού άλλαξε δώδεκα χέρια, ξέφυγε και ήρθε μόνον του στο σπίτι μας. Είναι αστείο αλλά ο τούρκος που υποστήριζε ότι ήταν το ζώο δικό του, έφερε δώδεκα άτομα για να βεβαιώσουν την κυριότητα του γαϊδουριού.Μας έλεγαν: βλέπεις τι έπαθε η κόρη του τάδε; Έτσι θα πάθει και η κόρη σου. Κυρίως βίαζαν παιδιά πολυμελών οικογενειών… Κι εμένα προσωπικά…». Σταματά. Σκύβει το κεφάλι. Κρύβει το πρόσωπό της μέσα στις χούφτες της και συνεχίζει με οργισμένη φωνή. «Ότι θέλεις σκέψου», μου λέει. Δεν θέλει να ανακαλέσει στη μνήμη της ό,τι από τους εισβολείς υπέστη η ίδια. Βρίσκει όμως τη δύναμη και συνεχίζει: «Πέρα από το θάνατο και το ανάθεμα δεν υπάρχει άλλος θάνατος. Έτσι αποφάσισα να παραμείνω στο κατεχόμενο χωριό μου. Ήξερα πια τι με περίμενε. Και οι Τούρκοι φρόντιζαν κάθε μέρα να μας θυμίζουν ότι ήμασταν ανεπιθύμητοι. Τον πατέρα μου τον βασάνιζαν πολύ. Εκείνος φώναζε και φώναζε και μαζί μου γιατί εγώ δεν ήθελα να φύγω. Είχε αγανακτήσει.Έκλεψαν όλα τα πράγματα του σχολείου. Επέβαλλαν φόρους στον πατέρα μου αν και μας εκμεταλλεύονταν την περιουσία. Εκείνος δεν πλήρωσε και του έβαλαν πρόστιμο. Το πλήρωσε τελικά ένας κύπριος για να μην τον πάρουν φυλακή. Ήταν ο οδηγός του λεωφορείου του χωριού. Φυσικά του επέστρεψα του ανθρώπου τα χρήματα.Πέρασε ο Ιούλιος, ο Αύγουστος του 1974 και τον Σεπτέμβρη άρχισαν τα σχολεία. Είχαν μείνει στα κατεχόμενα της Β. Κύπρου κι άλλοι εκπαιδευτικοί αν και οι Τούρκοι τους υποχρέωσαν να κάνουν αίτηση να φύγουν. Ήταν εκεί η οικογένεια της διευθύντριας του σχολείου Θάλειας Καουτζιάνη. Συνέλαβαν τον άντρα της και ήταν αγνοούμενος. Κακοποιούσαν τον γιό της κάθε μέρα. Έμεινε εκείνη. Άρχισαν άλλα προβλήματα και αναγκάστηκε η διευθύντρια να φύγει. Κι άλλες εκπαιδευτικοί που είχαν μείνει, αναγκάστηκαν να φύγουν εξ’ αιτίας των καθημερινών προβλημάτων. Έφυγαν όλοι. Έμεινα εγώ. Δεν μπορούσα να ζητήσω από τους Τούρκους να μου επιτρέψουν να μείνω. Ήρθαν όμως κάποιοι γονείς και με παρακάλεσαν: «Δεν θέλουμε να μάθουν γράμματα αλλά να τα αφήνουμε στα χέρια σας για ασφάλεια». Έτσι, μου είπαν να γράψω στο υπουργείο. Εκεί ήταν δύο ακόμα δασκάλες. Έστειλα την επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας και μετά από ένα ολόκληρο χρόνο έδωσαν την άδεια να λειτουργήσει το σχολείο. Ζήσαμε πολύ σκληρές συνθήκες. Καθημερινά στο σχολείο έρχονταν οι Τούρκοι και λέρωναν με ακαθαρσίες στη βεράντα του σχολείου. Πετούσαν στην πόρτα τις ακαθαρσίες τους. Ή τις κρεμούσαν στο πόμολο της πόρτας μέσα σε νάιλον σακούλα. Φώναζα τους στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών να τα δουν. Αισθανόμουν ικανοποίηση όταν αποκαλούσαν ζώα, γαϊδούρια τους Τούρκους. Τις τουαλέτες τις καθάριζα νωρίς το πρωί πριν έρθουν τα παιδιά γιατί αυτά δεν έφταιγαν….Αλλά φυσικά όσο τα καταγγέλλαμε, τόσο ποιο πολλά γίνονταν. Ακόμα και μέσα στην εκκλησία λέρωναν…Όταν ζητούσαμε υλικά, χλωρίνες κλπ τα έφερναν τα παιδιά απ τα πράγματα που έστελλαν οι συγγενείς των εγκλωβισμένων στις οικογένειες. Μας έκοβαν το νερό. Έβγαζα το νερό από το πηγάδι και το μεταφέραμε σε δοχεία και με αυτό καθαρίζαμε το σχολείο. Άλλοτε έριχναν ψόφια ζώα μέσα στο ντεπόζιτο του νερού για να μη μπορούν τα παιδιά να το χρησιμοποιήσουν. Τα έδειχνα αυτά όλα στα Ηνωμένα Έθνη και γι αυτό θεωρήθηκα ενοχλητική από τους Τούρκους. Τα παιδιά τα εκφόβιζαν ότι θα τα σκοτώσουν, ότι θα τα βιάσουν. Και βίασαν παιδιά κάτω των 14 ετών. Ζήτησα από τους γονιούς να τα φέρουν κοντά μας. Όταν κάποιος γονιός δεν μπορούσε, πήγαινα εγώ να τα πάρω. Έξω από την πόρτα της τουαλέτας του σχολείου, στεκόμουν πάντα κάθε φορά που ένα παιδί έπρεπε να κάνει χρήση ή έστελλα τα παιδιά δύο- δύο. Γιατί τα κακοποιούσαν, τα έδερναν οι Τούρκοι στρατιώτες και οι έποικοι.Όσο για τα βιβλία δεν μας έδιναν. Έστελλε το Υπουργείο αλλά τα κρατούσαν τα κατοχικά στρατεύματα. Και όταν μας έδιναν κάποια γύρω στο Φλεβάρη, δεν μας έδιναν τον τρίτο ή τον τέταρτο τόμο. Έτσι δυσκόλευαν το έργο μου ακόμα πιο πολύ. Γι αυτό και χρησιμοποιούσαμε τα παλιά βιβλία. Ήταν ένας συνεχής πόνος. Μια διαρκής αγανάκτηση. Αισθανόμασταν μετέωροι. Δεν είχαμε που να πιαστούμε, που να κρατηθούμε και η κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορούσε να μας βοηθήσει.Ακόμα και τα τζάμια, μας τα έσπαζαν, τα κεραμίδια μας τα έπαιρναν και έτρεχαν τα νερά μέσα στις αίθουσες. Όταν ζητούσαμε τζάμια ή κεραμίδια, η κυπριακή κυβέρνηση μας έστελλε ακόμα και τουρκοκύπριους να μας τα φτιάξουν. Την επόμενη μέρα όμως πάλι τα τζάμια έσπαγαν και τα κεραμίδια …έφευγαν. Μέχρι και τις λάμπες μας έκλεβαν».Αν και νεαρή κοπέλα και η ίδια, η κ. Ελένη Φωκά, διατήρησε τότε αυξημένο το αίσθημα της ευθύνης έναντι των αθώων παιδιών. «Κάποια στιγμή τα περίπου 200 Κυπριόπουλλα μου, βρέθηκαν στο ίδιο σχολείο με 200 παιδιά εποίκων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συμβιώσουν στο ίδιο προαύλιο. Τα Τουρκάκια κτυπούσαν τα παιδιά μας. Έτσι φρόντιζα να μη βγαίνουμε διάλειμμα ταυτόχρονα. Διαμαρτυρήθηκα και στα Ηνωμένα Έθνη και στις τουρκικές δυνάμεις αλλά ποιος να με ακούσει. Τελικά κατάφερα να απομακρύνουν τα Τουρκάκια με τη βοήθεια των Ην. Εθνών». Η Μεγάλη Δασκάλα της Κύπρου, θυμάται κάποιες φορές όπου τα Ηνωμένα Έθνη ή και οι κατοχικές δυνάμεις δεν της επέτρεπαν να διακινηθεί στα κατεχόμενα: «Έπρεπε να με ελέγξουν σε τρία-τέσσερα σημεία όταν έπρεπε να φύγω από το χωριό. Όταν με πήγαιναν στο νοσοκομείο στην Βόρεια Κύπρο, με έβαζαν από τη πίσω πόρτα. Αλλά τα φάρμακα που μου έδιναν φοβόμουν να τα πάρω. Κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του ο γιατρός; Σκεφτόμουν. Αναγκαστικά έστελλα τη συνταγή στις ελεύθερες περιοχές.Στη Γιαλούσα πέθαναν και άτομα από την «ιατρική περιποίηση». Έγραψα στον Κόφι Ανάν, στην Κυπριακή Δημοκρατία, στα Ηνωμένα Έθνη, λέγοντας ότι ήταν δικαίωμά μου να έχω ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τέσσερις φορές μας ζήτησαν να βγάλω Τουρκική ταυτότητα. Έρχονταν μεσάνυχτα στα σπίτια μας. Το ρεύμα, μας το είχαν κόψει. Έβαζαν ένα πανί λευκό μέσα στο σκοτάδι για να μου βγάλουν φωτογραφία. Αυτό δεν το δέχθηκα ποτέ. Γι αυτό το λόγο δεν μου επέτρεπαν να έρθω στις ελεύθερες περιοχές. Τελικά αφού είδαν οι τουρκικές Αρχές ότι δεν άλλαζα την απόφαση μου, ότι δεν ήθελα να βγάλω τουρκική ταυτότητα, μου έδωσαν μια επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Γλαύκου Κληρίδη που μου έγραφε να έρθω στις ελεύθερες περιοχές και όταν αποθεραπευτώ να γυρίσω πίσω. Ωστόσο από το 26 Μαΐου 1997 δεν μου επέτρεψαν να επιστρέψω στα κατεχόμενα. Έχασα έτσι το σπίτι μου, μου έκλεισαν και το σχολείο. Ήταν του Αγίου Συνεσίου, δεν θα το ξεχάσω. Πήγα στον Άγιο Συνέσιο στο Ριζοκάρπασο. Πήγα μαζί με τα παιδιά. Ήρθε Υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών γιατί πήρα τηλέφωνο στο ΡΙΚ και είπα ότι ζητούσα να έρθω στις ελεύθερες περιοχές για λόγους υγείας. Ήμουν τότε 46 ετών. Προηγουμένως ένας αξιωματικός των Ηνωμένων Εθνών είπε ότι η Φωκά δεν έχει κανένα πρόβλημα. Πήρα σβάρνα τα σπίτια των τουρκοκυπρίων και βρήκα τηλέφωνο και μίλησα στο ΡΙΚ. Έτσι όταν ήρθαν να μου πουν ότι θα πήγαινα στις ελεύθερες περιοχές χάρηκα πολύ. Μάλιστα ασπάστηκα και τους αξιωματικούς των Ηνωμένων Εθνών που τάχα με …βοήθησαν. Δεν είχα τότε αντιληφθεί το κρυφό παιχνίδι που έπαιξαν σε βάρος μου όλοι.Όταν έφθασα στην ελεύθερη Κύπρο, ήρθε κάποιος αξιωματούχος και μου είπε: «Ε! μέχρι να ανοίξουν και τα σχολεία τον Σεπτέμβρη….» Τότε κατάλαβα ότι υπήρξε συνέργεια των κυπριακών Αρχών και των Ηνωμένων. Εθνών για τον σιωπηλό εκτοπισμό μου.Τέσσερις φορές προσπάθησα να επιστρέψω. Με κτύπησαν στο Λήδρα Πάλας (σ.σ. Ξενοδοχείο στην Πράσινη Γραμμή) οι Τουρκικές δυνάμεις. Επέμενα και για ένα μήνα πήγαινα κάθε μέρα στην «Πράσινη Γραμμή» αλλά δεν μου επέτρεπαν να συνεχίσω για τη Βόρεια Κύπρο. Με ταλαιπωρούσαν και καθυστερούσαν και τους εγκλωβισμένους που περίμεναν μέσα στα λεωφορεία για να γυρίσουν στα σπίτια τους. Κάποια μέρα με παρακάλεσαν και οι εγκλωβισμένοι : «Ελένη λυπήθου μας κατέβα από το λεωφορείο». Η ηρωίδα δασκάλα, δίδαξε επί 23 χρόνια τα σκλαβωμένα Κυπριόπουλα στην κατεχόμενη Κύπρο. Πώς εκφράστηκε άραγε το «Ευχαριστώ» της Κυπριακής Κυβέρνησης»γι αυτή της την προσφορά; «Καμία προσοχή, καμία επικοινωνία. Από την ημέρα που ήρθα αντιμετώπισα την αδιαφορία. Ούτε κάποια υπηρεσία, ούτε κάποιος Υπουργός, ή Βουλευτής, ή Διευθυντής του Υπουργείου Παιδείας δεν ενδιαφέρθηκαν να ρωτήσουν για την περίπτωσή μου. Μάλιστα όταν μου ήρθε διορισμός από το Υπουργείο Παιδείας μου είπαν ότι ήμουν «οκνηρή» και γι αυτό δεν ήθελα να εργαστώ εδώ. Ενώ αυτή ήταν η διαμαρτυρία μου για την απομάκρυνσή μου από το δικό μου σχολείο. Όταν εκτοπίστηκα, δεν είχα φέρει μαζί μου τίποτα από τα πράγματά μου. Όλα έμειναν εκεί στο Ριζοκάρπασο και τα έκλεψαν. Μόνο μια καλή κυρία πήγε στο σπίτι μου και βρήκε μία σημαία από τις δύο τις ελληνικές που είχα σπίτι και μου την έφερε. Την είχε τυλίξει μέσα σε μια νυχτικιά για να μη τη δούνε …. (σ.σ. κλαίει). …Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τίποτα. Και από το σημείο αυτό, κάθε λέξη της Δασκάλας Ελένης Φωκά, κτυπάει προσβλητικά στην συνείδηση μας. Με μεγάλη δυσκολία προσθέτει: «Πρέπει να πω ότι ακόμα και τα μέλη της οικογένειάς μου δεν έτυχαν καμιάς βοήθειας. Και σήμερα, βιώνω τις χειρότερες καταστάσεις… (σ.σ. η φωνή της ηρωίδας κόβεται από λυγμούς) γιατί δεν θέλησα να προδώσω τις αρχές μου, τη πατρίδα μου… Τη ρωτάμε γιατί η Κυπριακή Κυβέρνηση της γύρισε την πλάτη; - Δεν θα ήθελα να τα βγάλω στα φόρα. Γι αυτό ζω έρημη… Κάποτε λες «δεν αξίζει». Κάποτε πληγώνεσαι. Δεν είναι δυνατόν και δεν θέλω καμιά βοήθεια αλλά… (σ.σ. συνεχίζει να κλαίει σιωπηλά) …άμα τα θυμάσαι… Άφησαν την ευθύνη στους ανθρώπους που υπέφεραν, να ζουν μόνοι τους τις τραγικές συνέπειες της κατοχής. Εγώ τίποτε δεν θέλω. Εξάλλου βλέπεις και το ενδιαφέρον. Ξέρω ότι είναι απάνθρωπη κοινωνία που ζούμε. Η κυπριακή κυβέρνηση εξάντλησε όλο το ευχαριστώ της μ’ ένα σπίτι προσφυγικό. Και αυτό «κατά παραχώρηση» και με ευθύνη του Υπουργού, γιατί λένε ότι «δεν δικαιούμαι» διότι έπρεπε να ήμασταν δύο άτομα. Δεν μου δίνουν το δικαίωμα να ζήσω, έστω ακόμα δέκα χρόνια σαν άνθρωπος. Αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος του αδύναμου και απροστάτευτου λαού, που αγαπά τον τόπο του. Και η ευχή μας, η παράκλησή μας μία είναι προς τη διεθνή κοινωνία: Να βοηθήσουν τον τόπο μας. Και διερωτώμαι: πως δεν μας κατανόησε μέχρι σήμερα καμία χώρα. Ενταχθήκαμε στην ΕΕ και αντί να βοηθιέται η Κύπρος, επιβραβεύεται η Τουρκία. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αναζητούμε πατρίδα.Όσα σας είπα είναι λόγια. Άλλη όμως η αίσθηση του βιώματος των 23 χρόνων. Τώρα μπορεί να μη ζω τον φόβο, αλλά ζω μακριά από τον παράδεισό μας. Η βεβήλωση των εκκλησιών μας φωνάζει, φωνάζουν οι πέτρες… αυτό δεν το αντέχω! Είναι ευθύνη των ηγετών μας, είναι ευθύνη δική μας.. .κάτι πρέπει να κάνουμε!» Οι μνήμες γυρίζουν πίσω στη διδασκαλική αίθουσα στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο: «Δεν μας επέτρεπαν οι Τούρκοι να χρησιμοποιούμε το βιβλίο της ιστορίας και των θρησκευτικών. Όμως επειδή τα παιδιά ζούσαν αυτές τις δύσκολες καταστάσεις ήθελαν να μάθουν. Γι αυτό κάποια βιβλία που βρήκαμε από τα προηγούμενα χρόνια, τα δίδασκα ψιθυριστά. Και είχαμε άλλα βιβλία αγγλικών, μαθηματικών πάνω στα θρανία για να σκεπάζουμε τα βιβλία της ιστορίας και των θρησκευτικών. Κάποιος που ήρθε από το Υπουργείο Παιδείας είπε ότι χρησιμοποιούμε το Αμερικάνικο σύστημα, προφανώς γιατί ήθελε να δείξει κάτι». Έρχονταν τα παιδιά το πρωί και μου έλεγαν ότι έκλεψαν τον έναν ή τον άλλο και μου ζητούσαν να κάνω κάτι. Έτσι καλούσα τα Ην. Έθνη και όταν έκανα χειραψία, έδινα κρυφά χαρτί με αναφορά στο χέρι του αξιωματικού. Έτσι μόνον περνούσα τα αιτήματα των κατοίκων στους ειρηνευτές. Τα έγραφα στα Ελληνικά γιατί δεν ήξερα πολύ καλά αγγλικά. Κάποιοι όμως πρόδιδαν τα χαρτάκια μου και τότε είχα επιπτώσεις από τους Τούρκους όπως και οι πολίτες που αφορούσανΌταν θέλαμε να βγάλουμε καμιά φωτογραφία για πράγματα απαράδεκτα, κάναμε εξορμήσεις και τα ίδια τα παιδιά φωτογράφιζαν για να μην δουν εμένα οι Τούρκοι. Μου έλεγαν «μη φοβάσαι κυρία» δεν θα πούμε τίποτα.Μια μέρα, ήρθαν Τούρκοι και αμερικάνοι δημοσιογράφοι. Ήθελαν για το λόγο αυτό να με απομακρύνουν. Μου είπαν ότι «πρέπει να σε πάμε στη Γιαλούσα». Τότε σηκώθηκαν όλα τα παιδιά και αντέδρασαν λέγοντας: «Θα πάμε μαζί με τη δασκάλα μας». Οι Τούρκοι άρχισαν αναγκαστικά τις διαπραγματεύσεις με τα παιδιά. Τελικά δέχθηκαν να έρθει μαζί μου ο μεγαλύτερος και ήρθε ο Παναγιώτης.Και όπως μου είπαν μετά, οι δημοσιογράφοι πήραν συνέντευξη από τα παιδιά των εποίκων, τα οποία παρουσίασαν ως Κυπριόπουλλα που περνούσαν πολύ καλά στα κατεχόμενα. Την ίδια ημέρα από εμένα που με πήγαν στον αστυνομικό σταθμό, μου έκαναν μια ψευτοανάκριση με περίεργες ερωτήσεις για τον καιρό, τις αποστάσεις και άλλες αδιάφορες ερωτήσεις. Κάποια στιγμή που ήμασταν μόνοι μας λέω στον Παναή: «Δεν φεύγουμε από εδώ»; «Όχι κυρία, που να πάμε, θα μας πιάσουν». Είχα όμως αγωνία για την ασφάλεια των παιδιών. Σκεφτόμουν αν θα περάσει κάποιος να δει ότι τα παιδιά ήσαν μόνα τους. Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα, από την κυπριακή κυβέρνηση. Για αυτό ζω τη δυστυχία μου. Εγώ σήμερα είμαι εχθρός της οικογένειάς μου. γιατί εξ αιτίας που ήμουν δασκάλα, κακοποιήθηκαν μέλη της οικογένειάς μου. Και αυτό μου το χρεώνουν. Και ότι συνέβη στα αδέλφια μου… που ψωμοζητούν…, δεν έχουν βοήθεια από πουθενά. Ούτε υποστήριξη ούτε ψυχολογική βοήθεια. Οι πόρτες που κτύπησαν ήσαν όλες κλειστές. Είμαστε το μαύρο πρόβατο. Η μητέρα μου ζει στο Τσιακιλερό και είναι 87 ετών. Την βλέπω όσο πιο συχνά μπορώ. Είναι λίγο μακριά. Ζήτησα να μου δώσουν σπίτι εκεί. Δεν δικαιούμαι μου απάντησαν. Έζησα 23 χρόνια μακριά από τους δικούς μου και τώρα ζω και πάλι μακριά τους". Πηγή : http://nextok.blogspot.com/